ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πιτσιρικάς σκαρφάλωνε στην επικίνδυνη μάντρα δίπλα στο σπίτι του και από εκεί παρακολουθούσε όλες τις ελληνικές ταινίες του θερινού «Αργυρούπολη».  Οι δικοί του ήρωες δεν ήταν ο Χοντρός και ο Λιγνός ή ο Σαρλό. Ήταν πιο οικείοι: η Αλίκη, η Τζένη,
η Ρένα, η Ζωή, ο Δημήτρης. 

Χάρη σε αυτούς ο Μάκης Δελαπόρτας αγάπησε το θέατρο, τον κινηματογράφο και τους ανθρώπους του. Παρέες συνομηλίκων του δεν στερήθηκε, ούτε ξέγνοιαστα παιχνίδια στις αλάνες. «Όμως, κάθε βράδυ έβλεπα όλες τις ταινίες δύο φορές. Ώσπου γκρεμοτσακίστηκα από τον μαντρότοιχο. Τότε, ο ιδιοκτήτης του σινεμά είπε στη μητέρα μου: “Αφήστε το παιδί να έρχεται μέσα και να βλέπει όσες ταινίες θέλει”». 

Κάπως έτσι άρχισε ο έρωτας με το ελληνικό σινεμά, που μέσα στα επόμενα χρόνια φούντωσε ακόμα περισσότερο, γαλουχήθηκε μέσα από προσωπικές σχέσεις με τους πρωταγωνιστές της μεγάλης οθόνης, «οργανώθηκε» και «συστηματοποιήθηκε», για να καταλήξει σε ένα μοναδικό αρχείο, που αξιοποιείται στα 15 βιβλία τα οποία υπογράφει ο ίδιος και προσφέρει από σήμερα η «Καθημερινή της Κυριακής» στους αναγνώστες της: 14 πορτρέτα μεγάλων Ελλήνων ηθοποιών, όπως ο αξέχαστος Λάμπρος Κωνσταντάρας, που εγκαινιάζει τη σειρά, και ένας 15ος τόμος-αφιέρωμα στο ελληνικό μιούζικαλ.

 


Καίτη Πάνου, Λάμπρος Κωνσταντάρας και Αλίκη Βουγιουκλάκη στην ταινία «Χτυποκάρδια στο θρανίο».

 

Στην αρχή ήταν τα τραγούδια

Αλλά ας επιστρέψουμε εκεί που ξεκίνησαν όλα. Όταν το ξανθό, λεπτό αγοράκι πήγαινε πάντα κοντά στα ηχεία του κινηματογράφου και με ένα μαγνητοφωνάκι «καρούλι της εποχής» ηχογραφούσε τα τραγούδια των ταινιών. «Αγαπούσα πολύ τα τραγούδια του ελληνικού κινηματογράφου και, όταν αργότερα μπήκα στον χώρο ως νέος ηθοποιός και γνώρισα τους συνθέτες τους, είπα “γιατί να μη γίνουν δίσκοι;”. Ξεκίνησε ένας μαραθώνιος να βρω τα μάστερ τέιπ και το 1990 έγινε η πρώτη προσέγγιση να καταγραφούν όλα σε δίσκους».

Οι συλλογές του με τις φωτογραφίες και τις πληροφορίες που συνέλεγε είχαν ξεκινήσει από πολύ παλιά. Η επαγγελματική του ενασχόληση ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, με όλα εκείνα τα δισκογραφικά αφιερώματα για το ελληνικό σινεμά. Τότε ξεκίνησε και η μόδα στα κλαμπ. Οι «Θαλασσιές οι χάντρες» χορεύονταν ξέφρενα στα ελληνάδικα από την Κηφισίας μέχρι τα Σεπόλια. Ήταν η τρέλα ενός νεαρού ηθοποιού που, παράλληλα, έπαιζε στο «Ρετιρέ» του Γιάννη Δαλιανίδη. «Όμως, όλη αυτή η ερευνητική δουλειά του δισκογραφικού παραγωγού καπέλωσε τη δουλειά του ηθοποιού».

Η «εντολή» της Αλίκης

Λίγα χρόνια μετά, ξεκίνησαν οι βιογραφίες-λευκώματα, με πρώτη εκείνη της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Άλλωστε, εκείνη τον παρότρυνε να δοκιμάσει και αυτό το πεδίο. «Δεν ξέρω πόσο καλός βιογράφος έγινα με τα χρόνια, εκείνο που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι έσωσα ένα υλικό λίγο πριν οδηγηθεί στις χωματερές». Έγραψε 25 βιβλία, μαζί μ’ εκείνα για τα κινηματογραφικά μιούζικαλ. «Η Αλίκη είδε την τρέλα που είχα να συγκεντρώνω υλικό, σε μια εποχή που οι κινηματογραφικές εταιρείες, κάποιοι σκηνοθέτες καθώς και φωτογράφοι το πετούσαν. Διέκρινε όμως και τον σεβασμό που ένιωθα για τους καλλιτέχνες όταν στο τέλος της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90 πολλοί από αυτούς ήταν απαξιωμένοι».

Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα είχε γίνει αν δεν υπάκουε στην «εντολή» της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Ήταν 17άρης όταν πήγε να δει στο θερινό της θέατρο, στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, το «Ωραία μου κυρία». «Στήθηκα στην ουρά μαζί με όλα τα πιτσιρίκια για αυτόγραφο και, μόλις με είδε, με ξεχώρισε». Του είπε να δουλέψει μαζί της στο «Καμπαρέ», και έτσι γράφτηκε στη δραματική σχολή του Θεοδοσιάδη. Δασκάλα του για τις εξετάσεις ήταν η Δέσπω Διαμαντίδου.

Με κάποιους που βιογράφησε αργότερα, συναντήθηκε στη σκηνή, όπως ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Μίμης Φωτόπουλος. Τον αρχοντικό Λάμπρο Κωνσταντάρα δεν τον πρόλαβε. Γνώρισε όμως τον Γιώργο Ζαμπέτα, που έφυγε στενοχωρημένος με όσους τον ξέχασαν.

 


Την Κυριακή 14/10 έρχεται ο δεύτερος τόμος της σειράς «Μεγάλοι Έλληνες Ηθοποιοί», αφιερωμένος στη Ρένα Βλαχοπούλου.

 

Ρένα Βλαχοπούλου, «σαν οικογένεια»

Περισσότερο απ’ όλους έζησε κοντά στη Ρένα Βλαχοπούλου. Στα ευχάριστα και στα θλιβερά. «Της στάθηκα σαν παιδί, και στον σύζυγό της. Η Ρένα ήταν δύσκολος άνθρωπος. Δεν έκανε παρέα με ανθρώπους του χώρου. Στο σπίτι της ήταν με τον άντρα της, απλή νοικοκυρά, είχε πάθος με την τάξη και την καθαριότητα, έπλεκε καλτσούνια και, όταν έμπαινες, σου τα έδινε να τα φορέσεις». Εκείνη στήριξε τα επτά αδέρφια της όταν σκοτώθηκαν οι γονείς τους στον βομβαρδισμό στην Κέρκυρα. Φύλακας άγγελος για πολλούς». Ήταν, όντως, σφιχτή σαν άνθρωπος, όπως έλεγαν; «Ήταν στα περιττά. Όμως, Χριστούγεννα και Πάσχα πήγαινα μαζί της σε φτωχογειτονιές του Πειραιά. Χτυπούσε μια πόρτα, έλεγε “είμαι η Βλαχοπούλου, θα μου ψήσετε ένα καφεδάκι;” και φεύγοντας άφηνε έναν φάκελο με χρήματα. Δεν γνώριζε τα σπίτια, διάλεγε όμως να είναι φτωχά. Έδινε λεφτά και σε συναδέλφους όταν μάθαινε ότι αντιμετώπιζαν προβλήματα. Όπως στον Χρόνη Εξαρχάκο, στη Λίντα Άλμα κ.ά.».

Από τα είκοσί της ήταν μεγάλη τραγουδίστρια της τζαζ, ξεκινώντας με τον Σπάρτακο. Χρόνια αργότερα ο Γιάννης Δαλιανίδης ζήτησε από τον Φίνο να τη βάλει να παίξει στο μιούζικαλ «Μερικοί το προτιμούν κρύο» και εκεί αναδείχθηκε και το κωμικό της ταλέντο. 

Και κατέγραψε τα πάντα στις βιογραφίες του; Όχι πάντα. Για παράδειγμα, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ είπε στον Μάκη Δελαπόρτα πολύ πιο σκληρά πράγματα για ανθρώπους, απ’ όσα εν τέλει εκείνος δημοσίευσε. «Πρόσεχα να προστατεύω τους βιογραφούμενους. Ήταν ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος ο Παπαμιχαήλ. Θλιμμένος, ήθελε να παίξει στο Εθνικό Θέατρο και δεν του προτάθηκε. Με την Αλίκη είχε ένα “αγαπόμισος”. Όταν έφυγε εκείνη, μου είπε “έχασα τον αντίπαλό μου”, έτσι την έβλεπε».

Ο μοναχικός Παπαγιαννόπουλος

Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι το «γεροντοπαλίκαρο» του ελληνικού σινεμά, ο μοναχικός Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, έκανε μεγάλες αγαθοεργίες. «Ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων του πήγαινε εκεί. Συνέβαλε στο να χτιστούν ορφανοτροφεία, εκκλησίες κ.ά.». Όσο για τη μεσογειακή Μάρθα Καραγιάννη, που ξετρέλαινε τον ανδρικό πληθυσμό ήδη από τα δεκαέξι της, όταν έκανε το ντεμπούτο της στο σινεμά, «είναι από τις περιπτώσεις που μεγαλώνουν με ισορροπημένο τρόπο, χωρίς περιττές εκθέσεις».  

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης ήταν ο πρώτος ζεν πρεμιέ στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’50. Μεγάλος ηθοποιός και ανεπανάληπτος γόης, με πολιτικές ανησυχίες, σκηνοθέτησε το «Συνοικία το όνειρο» ως μια δημιουργική ελληνική εκδοχή του ιταλικού νεορεαλισμού, κερδίζοντας το βραβείο Α’ ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1961. «Η λογοκρισία της εποχής τον κατέστρεψε. Το όνειρό του ήταν να δουλέψει πίσω από τις κάμερες». Ήταν από αυτούς που διάλεξε ο Φίνος για τις ταινίες του. Κι από τους πιο ερωτεύσιμους. Όπως έλεγαν όσοι τον έζησαν στα γυρίσματα, “δεν χαλούσε χατίρια”»...

Σχολή από μόνος του ήταν ο Θανάσης Βέγγος, ο οποίος «έκανε κάτι ιδιαίτερο στο σινεμά, αν και εκείνα τα χρόνια πολλοί δεν το κατανοούσαν». Και η Άννα Φόνσου, η πρωταγωνίστρια αλλά και εκείνη που στηρίζει με το Σπίτι του Ηθοποιού όσους έχουν ανάγκη.  

Ηθοποιός και βιογράφος, ο Μάκης Δελαπόρτας, εκτός από τα βιβλία που έγραψε, επιμελήθηκε 300 δισκογραφικές παραγωγές για τον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο. «Βρήκα τη σωστή συνταγή να ερευνώ και να καταγράφω τις ζωές των καλλιτεχνών που αγάπησα». Θεωρεί πως όλα είναι γραμμένα στη ζωή μας. Το δικό του κάρμα ήταν ένας μαντρότοιχος δίπλα στο θερινό «Αργυρούπολη». ■

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ