ΒΙΒΛΙΟ

Η κοπέλα που έπλασε το τέρας

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

«Πώς εγώ, νέο κορίτσι τότε, μπόρεσα να συλλάβω και να αναπτύξω μια τόσο ειδεχθή ιδέα;», αναρωτιόταν η ίδια η Μαίρη Σέλεϊ. Φωτογραφία από την πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά της ζωής της με πρωταγωνίστρια την Ελ Φάνινγκ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ολοι ξέρουμε την ιστορία του Φρανκενστάιν, του «αποκρουστικού κατασκευάσματος» όπως τον ονόμαζε η συγγραφέας του, που δημιουργήθηκε πριν ακριβώς 200 χρόνια. Εγινε εκδοτική επιτυχία από τη στιγμή που κυκλοφόρησε, και κατατρόμαξε τους βικτωριανούς αναγνώστες. Πολλοί ξέρουν ότι το έγραψε η Μαίρη Σέλεϊ: ήταν το πρώτο βιβλίο μιας νεαρής μόλις είκοσι ενός ετών. Τι είδους άνθρωπος, όμως, ήταν αυτή η γυναίκα που με τη ζωή και το έργο της σόκαρε την εποχή της, ενώ η προσωπικότητά της εξακολουθεί να εμπνέει, όπως έδειξε μια πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά της ζωής της, η ταινία «Μary Shelley» που βγήκε στις αίθουσες ΗΠΑ και Αγγλίας πριν από λίγους μήνες;

Ποιο ήταν το κορίτσι που για να διαβάσει και να γράψει πήγαινε στο κοιμητήριο του Σεντ Πάρκας, στον τάφο της μητέρας της, και αργότερα στο ίδιο μέρος συναντούσε τον εραστή της, τον ποιητή σερ Πέρσι Σέλεϊ; Εκείνη που στα δεκαεπτά της έφυγε μαζί του, έγινε η αιτία να τον αποκληρώσει ο πατέρας του και πρότεινε μια συγκατοίκηση με τη νόμιμη σύζυγό του και τα δυο τους παιδιά;

Η Μαίρη Σέλεϊ υπήρξε η ίδια μια ενσάρκωση της μυθολογίας του Ρομαντισμού, του λογοτεχνικού ρεύματος που άνθησε στην Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα, και σύμφωνα με το οποίο έγραψε τα μυθιστορήματά της. Αυτό δεν σημαίνει ότι είχε αδυναμία στους γλυκερούς συναισθηματισμούς. Σημαίνει ότι έζησε μεγάλες εντάσεις και μοιραία πάθη.

Δεκαπέντε ημέρες μετά την αυτοκτονία της πρώτης συζύγου του Σέλεϊ –πνίγηκε στη λίμνη του Χάιντ Παρκ– οι δύο εραστές που πλέον είχαν γίνει γονείς, παντρεύτηκαν για να διεκδικήσουν την κηδεμονία των τέκνων από τον πρώτο γάμο, μολονότι απεχθάνονταν τις κοινωνικές συμβάσεις. Ακολούθησε μία αλυσίδα δραματικών γεγονότων – κι άλλες αυτοκτονίες, γεννήσεις και θάνατοι με αποκορύφωμα τον πνιγμό του Πέρσι Σέλεϊ στον κόλπο της Σπέτσια στην Ιταλία– που τη βύθισαν στη μελαγχολία. Υπό το πρίσμα του παρόντος υπήρξε μια πρώιμη φεμινίστρια, μοναχοκόρη μιας μητέρας ιδιόρρυθμης αλλά συνειδητά χειραφετημένης, της Μαίρης Γουλστόουνκραφτ που αγωνίστηκε και έγραψε για τα δικαιώματα των γυναικών. Και σαν και τη μητέρα της, έζησε τη ζωή της προκαλώντας τα ήθη της εποχής της. Πατέρας της ήταν ο Ουίλιαμ Γκόντγουιν, διανοούμενος και πολιτικός συγγραφέας, που όπως και η σύζυγός του αμφισβητούσε ριζικά τον θεσμό του γάμου. Ισως, λοιπόν, οι καταβολές εξηγούν ώς έναν βαθμό την προσωπικότητα, τις επιλογές της, και σίγουρα την αγάπη της για τη γνώση, το διάβασμα και τη συγγραφή. Αλλά και πάλι παραμένει γοητευτικά μυστηριώδης.

«Πώς εγώ, νέο κορίτσι τότε, μπόρεσα να συλλάβω και να αναπτύξω μια τόσο ειδεχθή ιδέα;», αναρωτιόταν στην εισαγωγή της έκδοσης του «Φρανκενστάιν» του 1831, κατά παραγγελίαν του κοινού της. Και απαντούσε: «Το καλοκαίρι του 1816 πήγαμε –σ.σ. με τον Πέρσι Σέλεϊ– στην Ελβετία, όπου γίναμε γείτονες με τον λόρδο Μπάιρον. Αλλά το καλοκαίρι εκείνο αποδείχθηκε υγρό και μελαγχολικό, η αδιάκοπη βροχή μας έκλεινε μέσα στο σπίτι για μέρες ολόκληρες». Ετσι ο Μπάιρον πρότεινε να γράψει ο καθένας μια ιστορία με φαντάσματα. Η παρέα αποτελείτο από τέσσερα άτομα: τον Πέρσι Σέλεϊ, τη Μαίρη Γουλστόουνκραφτ Γκόντγουιν, τον λόρδο Βύρωνα και τον Τζον Ουίλιαμ Πολιντόρι. «Ο λόρδος άρχισε να γράφει μια ιστορία, αποσπάσματα της οποίας πρόσθεσε στο τέλος του ποιήματός του για τον Μαζέπα. Ο Σέλεϊ, αντί να βρει τον κορμό της ιστορίας του, άρχισε αμέσως με τις εμπειρίες από τα παιδικά του χρόνια. Ο καημένος ο Πολιντόρι είχε μια φοβερή ιδέα για μια γυναίκα με σκελετωμένο κεφάλι που τιμωρήθηκε γιατί κοίταζε από μια κλειδαρότρυπα.

Εγώ είχα βαλθεί να σκεφθώ μια ιστορία, μια ιστορία αντάξια εκείνων που με είχαν παρακινήσει στην αρχή».

Οι μακάβριοι φόβοι

Ομως οι μέρες περνούσαν και η Σέλεϊ δεν μπορούσε να σκεφθεί τίποτε. Μέχρι που άκουσε μια συζήτηση σχετικά με την αρχή της ζωής και την πιθανότητα να ανακαλυφθεί μέσω της επιστήμης. «Η νύχτα πέρασε με αυτή τη συζήτηση, πέρασε ως και η ώρα που γίνονται τα μάγια, και μετά πήγαμε όλοι για ύπνο. Οταν έγειρα στο μαξιλάρι, δεν κοιμήθηκα, ούτε όμως μπορώ να πω ότι σκεφτόμουν. Η φαντασία μου, ασυγκράτητη, με κυρίευσε και με καθοδηγούσε, χαρίζοντάς μου διαδοχικές εικόνες που γεννιόντουσαν στο μυαλό μου με ζωντάνια που ξεπερνούσε τα όρια της ονειροπόλησης. Την επόμενη ανακοίνωσα ότι είχα σκεφθεί μια ιστορία. Αρχισα την ίδια μέρα με τις λέξεις: “Ηταν μια μελαγχολική νύχτα του Νοεμβρίου”, καταγράφοντας απλώς τους μακάβριους φόβους του ονείρου που είχα δει ξύπνια».

​Χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από την εισαγωγή της συγγραφέως στην έκδοση του 1831, από το βιβλίο: Μαίρη Σέλεϊ, «Φρανκενστάιν» (εκδ. Εστία).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ