ΘΕΑΤΡΟ

Μια φάρσα όπου χάνεται η μπάλα...

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Οι ηθοποιοί ξεχνούν τα λόγια τους, μπερδεύουν τις εξόδους τους, πόρτες ανοίγουν και κλείνουν συνεχώς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Είναι ο ρυθμός, ανόητε». Φυσικά και δεν απάντησε ποτέ με αυτόν τον τρόπο ο πάντα ευγενής Εκτορας Λυγίζος, αλλά βλέποντας να γίνεται μπροστά μου «Το σώσε», κατάλαβα τι προσπαθούσε να μου περιγράψει νωρίτερα στην κουβέντα που κάναμε για τη φάρσα του Μάικλ Φρέιν. Ο ρυθμός είναι το παν.

Ο Εκτορας Λυγίζος έχει τον ρόλο του σκηνοθέτη, τόσο στο έργο όσο και στην πραγματικότητα, παίζοντας με το εύρημα «θέατρο μέσα στο θέατρο» που βρίσκεται στον πυρήνα της παράστασης. Στην υπόθεση παρακολουθούμε σε τρεις πράξεις έναν μέτριο θίασο να παίζει συνεχώς το πρώτο μέρος ενός έργου. Αλλοτε είμαστε μπροστά και άλλοτε πίσω από τη σκηνή χάρη στο σκηνικό της Κλειώς Μπομπότη, που μεταμορφώνεται δημιουργώντας ένα μοτίβο ατέρμονης επανάληψης και εγκλωβισμού. Οι ηθοποιοί ξεχνούν τα λόγια τους, μπερδεύουν τις εξόδους τους, πόρτες ανοίγουν και κλείνουν συνεχώς, αντικείμενα, από μπουκέτα λουλουδιών μέχρι τσεκούρια, που αλλάζουν χέρια, ενώ στα παρασκήνια γίνεται πραγματικά «το σώσε» μέχρι που η πραγματικότητα μπερδεύεται με τη φαντασία.

Οι απαιτήσεις

Τα «στοπ» που φωνάζει ο Εκτορας Λυγίζος κάθε τόσο μοιάζουν να είναι μέρος της παράστασης και οι διορθώσεις που κάνει έχουν σχέση με τον ρυθμό και τον συντονισμό των ηθοποιών. «Η φάρσα έχει τρομερές απαιτήσεις στη ζωντανή παρουσία ηθοποιού· λόγω της ακρίβειας, της μεγάλης ταχύτητας από τον ηθοποιό, είναι ένα πράγμα που σε κάνει να το υπηρετείς χωρίς να το καταλάβεις», μας λέει.

Ηθελε να καταπιαστεί με το δημοφιλές έργο του Βρετανού συγγραφέα, μας λέει ο σκηνοθέτης, τον οποίο ενδιαφέρει η διερεύνηση της φάρσας ως θεατρικού είδους με το οποίο είχε ασχοληθεί ξανά το 2013 σκηνοθετώντας το «Room Service» των Τζον Μάρεϊ και Αλεν Μπόρετζ. Οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις ωθούνται στην υπερβολή, υπάρχει μια δόση περισσότερης βιαιότητας, τονίζει, σε σχέση με την ελαφρά κωμωδία και μια τάση της φάρσας να περιγράφει καταστάσεις όπου ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο. «Είναι ένα είδος από μόνο του που μιλάει για την περιοχή πέρα από την απώλεια του ελέγχου, εκεί όπου βγαίνουν τα ένστικτα», υπογραμμίζει, κάτι που κάνει και η τραγωδία, μας λέει, αλλά με άλλον τρόπο. Οσο περνάει ο χρόνος επί σκηνής ο σκηνοθέτης ανεβάζει τoν πήχυ, ζητάει από τους ηθοποιούς πιο δύσκολα πράγματα και πιο γρήγορα, φτάνοντας σε σημεία εξάντλησης και γέλιου για το κοινό. Η ελαφρότητα της αρχής δίνει τη θέση της σε κάτι πιο σκοτεινό, «σχεδόν ανθρωποφαγικό», λέει ο σκηνοθέτης, με τις περσόνες που υποδύονται οι ηθοποιοί να ζητούν πιο πολλά από εκείνους.

Ετσι, σε ένα άλλο επίπεδο η παράσταση αναφέρεται στη σχέση του ανθρώπου με τους ρόλους που καλείται να παίξει στην καθημερινότητά του και πώς οι καταστάσεις που βιώνουμε παίρνουν τελικά τον έλεγχο. «Για λόγους που κρύβουν μέσα τους πόνο, έχουμε την ανάγκη να παίξουμε ξανά ορισμένες ιστορίες, αλλαγμένες, με διαφορετικούς ανθρώπους μέχρι να τις εξαντλήσουμε. Για να λυθεί το πρόβλημα στη βάση του εμείς σαν υπηρέτες, τις παίζουμε και τις ξαναπαίζουμε όπως οι ηθοποιοί ακολουθούν τις σκηνικές οδηγίες και λένε τα λόγια τους», μας λέει ο κ. Λυγίζος.

Αυτό που προκαλεί το γέλιο στο έργο του Μάικλ Φρέιν, το οποίο γράφτηκε στο 1982 και παίχτηκε στην Ελλάδα μόλις ένα χρόνο αργότερα από την Ελεύθερη Σκηνή, είναι η ένταση και οι συγκρούσεις μεταξύ των ηθοποιών του θιάσου στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν στις παράλογες απαιτήσεις του σκηνοθέτη και της παράστασης που υποτίθεται ότι ετοιμάζουν. «Παρακολουθούμε αυτό που περνάει ο καθένας μας όταν χάνουμε την μπάλα κυνηγώντας πράγματα. Ενώ εμείς προσπαθούμε να διατηρήσουμε τον εαυτό που χτίζουμε για να μας αντιμετωπίζουν οι άλλοι με σοβαρότητα, αυτό διαλύεται χωρίς να το καταλάβουμε», τονίζει.

Στην παράσταση της Στέγης ο ίδιος ανέλαβε επίσης τη μετάφραση και διασκευή του έργου, στην οποία η λέξη-κλειδί είναι η «ένταση». Δόθηκε περισσότερη έμφαση στην κορύφωση «της υστερίας και της παράνοιας» και στον τρόπο με τον οποίο οι χαρακτήρες «κλείνονται στον εαυτό τους παρά παραιτούνται» και ζουν τη φάρσα την οποία υποτίθεται πως παίζουν.

Το είδος της φάρσας είχε παράδοση στην Ελλάδα, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες οι καλλιτεχνικές ομάδες έστρεψαν αλλού το βλέμμα τους, κάτι που αναιρείται σταδιακά, όπως παρατηρεί ο Εκτορας Λυγίζος, καθώς δημιουργοί αναζητούν πιο συχνά την κρυμμένη ελαφρότητα των έργων. «Το ζήτημα δεν είναι αν ανεβαίνουν πιο πολλά καθαρόαιμα κωμικά κείμενα, αλλά υπάρχει μια τάση για μεγαλύτερη ελαφρότητα ακόμη και αν αντιμετωπίζουμε είδη που η παραστασιογραφία τα έχει καθιερώσει ως πιο “βαριά”. Μοιάζει σαν να προσπαθούμε να ανακαλύψουμε ξανά τον τόνο, το χιούμορ και την ελαφρότητα των ειδών, ανεξάρτητα εάν είναι καθαρόαιμες κωμωδίες ή όχι», τονίζει.

​​«Το σώσε», Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, 10-21 Οκτωβρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ