ΒΙΒΛΙΟ

Με την ποίηση ορίζουμε την ελευθερία

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

«Η ποιητική γραφή “διδάσκεται”. Την ποίηση τη βρίσκεις μόνος», λέει στην «Κ» ο ποιητής Στρατής Πασχάλης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν η ποίηση δεν ανατρέπει καθεστώτα, όπως έγραφε ο Τίτος Πατρίκιος κι είναι το «καταφύγιο που φθονούμε», στην κατά Καρυωτάκη εξήγηση, τότε η χρεία των «μαρτύρων» (βλ. των ποιητών) μένει να αποδειχθεί.

Ο ποιητής Στρατής Πασχάλης, στο τελευταίο του βιβλίο «Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς» (εκδ. Γαβριηλίδης) αποπειράται, με τη βοήθεια του δοκιμιακού λόγου αυτή τη φορά, να ορίσει τον κόσμο μέσα στο οποίο δρουν οι ομότεχνοί του – ομοίως κι ο ίδιος. Eναν κόσμο μικρόψυχο, παραφράζοντας έναν στίχο του Γερμανού ποιητή, Φρίντριχ Χέλντερλιν, αλλά εξόχως γόνιμο για τους θεράποντες της ποιητικής τέχνης. Μιλώντας στην «Κ», ο Στρατής Πασχάλης αναφέρεται στην αναγκαιότητα της ποίησης σε εποχές ολότελα αντιποιητικές.

– Κύριε Πασχάλη, χρειάζεται η ποίηση στους μικρόψυχους καιρούς ή μήπως ανθεί μόνο σε εποχές τρυφηλές;
– Η ποίηση ούτε χρειάζεται ούτε δεν χρειάζεται. Συμβαίνει. Σαν ρωγμή στη σύμβαση, άνοιγμα στην υπέρβαση. Ακόμα κι ένα τραγούδι, όπως το όρισε ο Μάνος Χατζιδάκις, είναι πέταγμα, χαραματιά στο συμβατικό τίποτα. Ακούτε εσείς αληθινά τραγούδια σήμερα; Εγώ όχι... Η «μικροψυχία» του καιρού, πάντως, που πρώτος την επεσήμανε ο Χέλντερλιν, άρχισε νωρίτερα, απλώς σήμερα έγινε αφόρητη. Συνώνυμό της είναι η κουταμάρα.

– Τι είναι αυτό που λέμε ποίηση; Υπάρχει δυνατότητα ορισμού;
– Η ποίηση δεν ορίζεται, μόνο αναγνωρίζεται. Η «ανάπτυξη ενός επιφωνήματος» ή ενός «στίλβοντος ποδηλάτου», όπως την όρισαν ο Βαλερί και ο Εμπειρίκος, δείχνει πως δεν ορίζεται παρά μόνο μεταφορικά. Δηλαδή με τα δικά της μέσα. Για μένα η ποίηση είναι ένας τρόπος να ορίσουμε την ελευθερία. Κι η ελευθερία είναι μια λέξη που όλο και λιγότερο αγαπάμε...

– Τείνουμε να χαρακτηρίζουμε κάτι «ποιητικό» μόνο και μόνο επειδή ξεφεύγει από μια νόρμα, από την κανονικότητα. Αυτό είναι λοιπόν;
– Οχι. Αυτό είναι ιδιορρυθμία. Υπάρχουν ποιήματα γραμμένα απλούστατα, κι όμως φαντάζουν παράξενα. Οπως τα ποιήματα του Καβάφη. Ή τα δημοτικά τραγούδια, που δείχνουν τον κόσμο μαγικό, ενώ είναι βγαλμένα από αναγκαιότητα κοινωνική.

– Γιατί γράφει κανείς ποίηση; Ποια είναι η διαφορά με την πεζογραφία;
– Η ποίηση είναι η πρώτη αντίδραση του ανθρώπου στο μυστήριο της ζωής. Κοντά στη θεατρικότητα. Είναι ένα «Α!». Οπως την παράστησε κάποτε μπροστά μου ο Νίκος Καρούζος. Συμπυκνώνει τον κόσμο σε μια στιγμή έκστασης. Η πεζογραφία είναι διάρκεια, χρόνος.

– Αν σκεφθούμε βάσιμα πως η ποίηση φέρει εν σπέρματι κάτι επαναστατικό, από μόνη της μπορεί να κάνει επανάσταση;
– Μα κάνει επανάσταση. Μένει έξω από την κατανάλωση. Διασώζει την όντως ευαισθησία σε καιρούς χοντροκοπιάς. Ενας νέος μου είπε: «Δεν πιστεύω, αλλά ανάβω κάπου-κάπου ένα κερί, μόνο για την τελετουργία αυτής της χειρονομίας, ακριβώς γιατί είναι κάτι αδιανόητο, αφού όλοι μάς αποδεικνύουν πως θεός δεν υπάρχει...». Αυτό είναι και η ποίηση. Η αδιανόητη χειρονομία.
 
– «Μην εκδώσεις ποτέ – ζήσε». Να μια προτροπή σας που, φευ, δεν θα την ακούσουν πολλοί. Εκδίδεται πολλή ποίηση στις μέρες μας.
– Δυστυχώς ναι. Η μανία και της ελαχιστότατης δημοσιότητας με μια μικρούλα ποιητική συλλογή... Τα τελευταία χρόνια κάνω πολύ θέατρο, με ευθύβολα κείμενα και αρκετή εξωστρέφεια. Σ’ αυτά τα δέκα χρόνια δημοσίευσα ένα μόνο βιβλίο ποίησης –τα «Εικονίσματα»– διόλου εξωστρεφές. Η ποίηση, το βίωμα και η γραφή της, είναι για μένα κάτι πολύ εσωτερικό... Ενα παιχνίδι με τον εαυτό σου, τους άλλους και τον κόσμο, που το μεταφέρεις στις λέξεις. Τις ανασύρεις απ’ το χάος και ποντάρεις στη ρουλέτα της άσπρης σελίδας, ελπίζοντας να κερδίσεις ένα αποτύπωμα αλήθειας. Αυτό πρέπει να συμβαίνει, κι όχι η παραγωγή τυπωμένου χαρτιού.

– Αντιστοίχως, ενώ κυκλοφορούν πολλές ποιητικές συλλογές, ορισμένες αμφιβόλου αξίας, ελάχιστη ποίηση διαβάζεται.
– Γιατί έχει πληγεί το κύρος της. Δεν είναι ουσιωδώς παρεμβατική. Γιατί δεν προκύπτει από το παιχνίδι που σας είπα. Ολοι νομίζουν πως αρκεί να «αυτοεκφράζεσαι» ή να κατασκευάζεις διανοητικά τερτίπια. Πράγματα είτε ψυχο-συναισθηματικά ή διανοουμενίστικα. Με έναν και μόνο σκοπό: την αυτοπροβολή. Οπότε;
 
– Πώς μπορεί να ανακαλύψει ο μη μυημένος την πραγματική ποίηση από τη μίμηση ή τον φτηνό εντυπωσιασμό;
– Θέμα παιδείας. Να διαβάζει κλασικούς ποιητές και να μην παρασύρεται από τους διαμορφωτές γνώμης. Να διαμορφώσει δικό του γούστο.

– Είναι ποίηση τα πολλά επίθετα και ο κρυπικός λόγος; Αναφέρω δύο στοιχεία που άλλοτε φέρνουν τον αναγνώστη κοντά στην ποίηση κι άλλοτε τον απωθούν.
– Ο Ελύτης είναι όλο επίθετα. Ο Τσέλαν κρυπτικός. Και οι δύο έχουν αναγνώστες. Γιατί ήταν αληθινοί ποιητές. Το θέμα δεν είναι τα επίθετα και η κρυπτικότητα. Οσα βραβεία κι αν πάρεις, όσο τέλεια αισθητική κι αν έχεις, στο τέλος το θέμα είναι να μην αφήσεις πίσω σου μόνο κούφια λόγια που εξυπηρέτησαν μια φιλοδοξία, αλλά κάτι μοναδικό κι ατόφιο που λάμπει και μαγνητίζει, αποτυπώνοντας χαρακτηριστικά μια πτυχή της πραγματικότητας: τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», τα «Ποιήματα» του Καβάφη, τις «Εκλάμψεις», την «Ερημη χώρα», τον «Πατερούλη» της Πλαθ...

– Διδάσκεται η ποίηση; Μπορεί να γίνει κάποιος ποιητής στο θρανίο;
– «Διδάσκεται» η ποιητική γραφή. Την ποίηση τη βρίσκεις μόνος.

– Αναφέρετε στο βιβλίο σας πως η Ιστορία δεν διασταυρώθηκε με την ποιητική κατάσταση. Αλήθεια, πόσα ποιήματα δεν γράφτηκαν προς χάριν της Ιστορίας.
– Τα ποιήματα που γράφτηκαν για την Ιστορία, υπηρέτησαν την «πράξη». Αυτό δεν σημαίνει πως η ποίηση όρισε το ιστορικό παιχνίδι. Ο Ρεμπό θέλησε μια ποίηση που θα υπονομεύσει το ιστορικό γίγνεσθαι, δομώντας μια νέα πραγματικότητα όπου «ο θάνατος δεν θα’ χει καμιά εξουσία» (Ντίλαν Τόμας). Δεν συνέβη ποτέ. Παραμένει ζητούμενο.
 
– Την προτροπή του Ρεμπό «να βρεις μια γλώσσα», εσείς την προεκτείνετε λέγοντας «σκέψου με την αίσθηση». Πρόκειται για μια καινούργια «γλώσσα»;
– Κάθε αληθινά ποιητική γλώσσα είναι καινούργια. Και πάντα η ποιητική γλώσσα είναι αίσθηση. Οχι νοηματική πληροφορία.

– Ο ποιητής επηρεάζεται, οφείλει να επηρεάζεται, από τους μικρόψυχους καιρούς;
– Ο ποιητής επηρεάζεται από τον κάθε καιρό. Κι οι «μικρόψυχοι καιροί» ίσως είναι και ευλογημένοι γιατί σήμερα όποιος γράφει ποίηση με τους όρους της ποίησης, το κάνει πιστεύοντας αληθινά σ’ αυτήν χωρίς να περιμένει τίποτα. Αφού η εποχή δεν έχει τίποτα να του ανταποδώσει. Συνθήκη σκληρή, αλλά και πιο σοβαρή.

– Σε ποιους απευθύνεται ένας ποιητής; Στον εαυτό του; Σε εκείνους που τον επηρέασαν; Στο ελάχιστο κοινό που τον περιμένει; 
– Απευθύνεται στον Αλλον. Με όλη τη σημασία της λέξης. Υπήρξαν ποιητές που δεν εξέδωσαν ποτέ. Η Εμιλι Ντίκινσον λόγου χάρη. Στρυφνή ποιήτρια. Κι όμως, όταν η ποίησή τους φανερώθηκε, μίλησε σε τόσες ψυχές. Γιατί σε αυτές απευθυνόταν. Κι ας έμεινε χρόνια κρυμμένη, απρόσιτη, σιωπηλή... Αυτό είναι το αληθινό στοίχημα και η αληθινή επανάστασή μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ