Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ο Ατλαντας της Ευτυχίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σύμφωνα με τον «Ατλαντα Ευτυχίας 2018», που θα παρουσιαστεί στις 11 Οκτωβρίου στο Αμβούργο, «οι Ελληνες βρίσκονται σε ό,τι αφορά τον βαθμό ικανοποίησης από τη ζωή τους στην τελευταία θέση στην Ευρώπη, πίσω ακόμη και από τον φτωχό τους γείτονα, την Αλβανία», αναφέρει το γερμανικό οικονομικό περιοδικό Wirtschaftswoche στην ηλεκτρονική του έκδοση. Το γερμανικό περιοδικό επικαλείται τις απαντήσεις που έδωσαν οι ίδιοι οι πολίτες στο πλαίσιο της ετήσιας έρευνας που διενεργείται για την έκδοση του «Ατλαντα Ευτυχίας» για λογαριασμό των Γερμανικών Ταχυδρομείων.

Ουραγοί και στον «Ατλαντα Ευτυχίας» οι Ελληνες (αλλά πρωταθλητές στη διαφθορά, όπως δήλωσαν οι πολίτες που ερωτήθηκαν στη σχετική έρευνα). Εφόσον ισχύει το παραπάνω (και το πιθανότερο είναι ότι ισχύει), καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να το διορθώσει. Ας μη γελιόμαστε. Στην παγκοσμιοποιημένη κοινότητα του σήμερα (από την οποία δεν υπάρχει επιστροφή, όσο κι αν φαντασιώνονται διάφορα οι απανταχού ούλτρα-πατριώτες), η ευημερία μιας χώρας είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό συνυφασμένη με, και εξαρτημένη από, τη διεθνή συνθήκη.

Ο κλυδωνισμός που ξεκίνησε από τη «Λίμαν Μπράδερς» το 2008 επηρέασε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Φυσικά, μια εθνική κυβέρνηση, εφόσον βρίσκεται σε εγρήγορση και δεν παραλύει μπροστά στο πολιτικό κόστος, μπορεί να λάβει κάποια μέτρα προστασίας σε ένα βαθμό. Να «συμμαζευτεί». Είναι αυτό που δεν έκανε καμία ελληνική κυβέρνηση του παρελθόντος. Η κυβέρνηση Καραμανλή, παρότι εξελέγη σε καιρούς οικονομικής ευρωστίας, και με μεγάλη ισχύ στο Κοινοβούλιο, απλώς «αφέθηκε και πήγε», θεωρώντας (όπως όλοι μας) ότι η ευημερία αυτή θα πηγαίνει με τον αυτόματο πιλότο. Οτι από δω και πέρα, όλα θα βελτιώνονται, θέσεις εργασίας θα ανοίγουν, αυξήσεις θα γίνονται, κυρίως το μετρητό θα τρέχει άφθονο στην αγορά. Η δε κυβέρνηση Παπανδρέου αρνήθηκε να κοιτάξει την πραγματικότητα που μόλις ξημέρωνε. Τα υπόλοιπα είναι Ιστορία.

Η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε οι Ελληνες υπήρξαν ικανοποιημένοι. Αν ανασύρουν από τα αρχεία τους (αν έχουν) οι τηλεοπτικοί σταθμοί τα άκρως πληκτικά και προβλέψιμα ρεπορτάζ σχετικά με το πόσο κοστίζει το «καλάθι της νοικοκυράς» ή/και το «πασχαλινό τραπέζι», ακόμα και τις εποχές των αστακομακαρονάδων, π.χ., το 2002, το 2004 ή το 2007, θα δει στις απαντήσεις των πολιτών μια επαναλαμβανόμενη γκρίνια. «Δεν μας περισσεύουν», έλεγαν. «Η ακρίβεια έχει πάει στα ύψη», έλεγαν. Η σημερινή δυσφορία ωστόσο, η σημερινή συλλογική μας κατάθλιψη, δεν συγκρίνεται με εκείνη τη μίρλα του κακομαθημένου παιδιού που πλήττει από την υπερκατανάλωση.

Σήμερα δεν γκρινιάζουμε τόσο, αλλά έχουμε περιπέσει σε μια κατατονία, μια παραίτηση που, όμως, συχνά, μεταφράζεται και σε ανεξέλεγκτη οργή. Ηττοπάθεια, κυνισμός, καχυποψία, μια μελαγχολία που τρώει τα σωθικά – όλα χτυπάνε κόκκινο έπειτα από σχεδόν δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, τα διπλάσια από τη γερμανική Κατοχή, κατάτι περισσότερα από τη δικτατορία του ’67. Το παράδοξο θα ήταν να ήμασταν ψηλά στον «Ατλαντα της Ευτυχίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ