ΕΛΛΑΔΑ

Μια κρίση πιο επικίνδυνη από την οικονομική

ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΛΑΦΡΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σοκ προκαλούν τα στοιχεία που δημοσίευσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή για τις γεννήσεις και τους θανάτους στη χώρα μας το 2017, αποκαλύπτοντας πως η σχετική ψαλίδα ανοίγει διαρκώς εις βάρος των γεννήσεων, οδηγώντας στη συρρίκνωση του πληθυσμού και σε μια Ελλάδα γερασμένη και παρηκμασμένη. Το χειρότερο είναι πως πρόκειται για μια τάση που δύσκολα θα ανατραπεί, καθώς απαιτεί όχι αποσπασματικά μέτρα αλλά συνολικές παρεμβάσεις και ταχεία αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών.

Οι θάνατοι το 2017 ανήλθαν σε 124.501, αυξημένοι κατά 4,8% σε σχέση με το 2016, περισσότεροι κατά 35.948 των γεννήσεων, που έπεσαν στις 88.553 (μειωμένες επίσης κατά 4,7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος). Τρία αρνητικά ρεκόρ καταγράφονται πέρυσι: στον αριθμό των ετήσιων θανάτων, στον αριθμό των ετήσιων γεννήσεων, που για πρώτη φορά έπεσαν κάτω από τις 90.000, αλλά και στο αρνητικό ισοζύγιο, που ξεπερνά τις 35.000 άτομα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αρνητική διαφορά από το 2011, χρονιά που ξεκίνησαν οι θάνατοι να ξεπερνούν τις γεννήσεις στην Ελλάδα. Κάτι τέτοιο μεταπολεμικά είχε συμβεί μόνο μια φορά, το 2000 (με αρνητικό ισοζύγιο 1.896 άτομα), αλλά μετά ακολούθησαν χρόνια θετικού προσήμου, αν και μειωμένου.

Η έντονα αρνητική εικόνα συμπίπτει με την κορύφωση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και των σκληρών μέτρων λιτότητας, που έσπρωξαν πολλές οικογένειες στην Ελλάδα στο φάσμα της φτώχειας.

Πολλοί οι παράγοντες

«Η μείωση του αριθμού των γεννήσεων οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως στην πτώση της γονιμότητας των γυναικών που έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες ή στη μείωση του απόλυτου αριθμού των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία. Πραγματοποιώντας πλήθος αναλύσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως η οικονομική κρίση ενίσχυσε τάσεις που είχαν εμφανιστεί και νωρίτερα», λέει στην «Κ» ο Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντής του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων (ΕΔΚΑ).

Η φτώχεια και η οικονομική στενωπός, η ανεργία, η ανασφάλεια και η εργασιακή περιπλάνηση, καθώς και η μετανάστευση νέων ανθρώπων επιδεινώνουν το ήδη προβληματικό δημογραφικό ζήτημα.

«Πολλά ζευγάρια, υπό το βάρος των δυσμενών οικονομικών συνθηκών, αναβάλλουν την εγκυμοσύνη, εν αναμονή καλύτερων ημερών. Αυτό οδηγεί περισσότερες γυναίκες να προσπαθούν να κάνουν παιδί σε μεγαλύτερη ηλικία, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι γεννήσεις, καθώς η γονιμότητα μειώνεται με τα χρόνια», σημειώνει ο κ. Κοτζαμάνης. Την τάση αυτή υπογραμμίζουν τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ: η μέση ηλικία κυοφορίας καταγράφει σταθερή αύξηση τα τελευταία χρόνια, από 30,5 έτη που ήταν το 2011 σε 31,4 το 2017. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι πέρυσι σε μία στις τέσσερις γεννήσεις η μητέρα ήταν ηλικίας 35 έως 39 ετών, όταν η αντίστοιχη αναλογία το 2007 ήταν μία στις έξι και το 1997 μία στις δέκα!

Οι εξελίξεις αυτές σε συνδυασμό με τα αρνητικά μεταναστευτικά ισοζύγια των τελευταίων ετών «οδήγησε μετά το 2010 αρχικά στην ανακοπή της αύξησης του πληθυσμού μας και εν συνεχεία στη μείωσή του, η οποία πιθανότατα θα συνεχισθεί μέχρι και το 2050», σημειώνει το ΕΔΚΑ. «Η μείωση αυτή συνοδεύεται από τη συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας και την αύξηση της μέσης ηλικίας του και θα οδηγήσει στο μέλλον και στη μείωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού», συμπληρώνει.

Δυσοίωνες οι προβλέψεις

«Οι αρνητικές τάσεις στο δημογραφικό θα συνεχίσουν για δεκαετίες, καθώς ήδη οι γυναίκες που μπορούν να γεννήσουν είναι και θα είναι λιγότερες –αφού έχει μειωθεί ο αριθμός τους από τις χαμηλές γεννήσεις των προηγούμενων ετών–, ενώ οι θάνατοι θα αυξάνουν τα επόμενα χρόνια, καθώς οι γενιές που μεγαλώνουν ηλικιακά είναι πιο πολυπληθείς. Απαιτείται μεγάλη αύξηση της γονιμότητας, σε συνδυασμό με αναστροφή του βέλους της μετανάστευσης, για να υπάρξει ανακοπή της τάσης συρρίκνωσης και πιθανόν ανατροπή της», εξηγεί ο κ. Κοτζαμάνης. Τι θα μπορούσε να γίνει; «Χωρίς άρση της ασυμβατότητας μεταξύ εργασιακής και οικογενειακής ζωής δεν μπορεί να υπάρξει ανάκαμψη του δείκτη γονιμότητας. Επίσης, απαιτείται ισότητα μεταξύ των δύο φύλων, έτσι ώστε η γυναίκα να μη σηκώνει δυσβάστακτο βάρος. Ακόμα χρειάζονται υποδομές για την υποστήριξη του παιδιού και των οικογενειών, όπως για παράδειγμα παιδικοί σταθμοί. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για τη στήριξη του βιοτικού επιπέδου των οικογενειών, να μην οδηγεί μία γέννα σε οικονομική κατάρρευση. Αυτό απαιτεί ένα συνολικό κράτος πρόνοιας, δεν είναι απλώς θέμα να δώσεις ένα 500άρικο. Οικονομικές ενισχύσεις απαιτούνται, αλλά εντός ενός πλέγματος μέτρων», υπογραμμίζει ο κ. Κοτζαμάνης.

Το ΕΔΚΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας πραγματοποίησε μια κωδικοποίηση μέτρων στήριξης και ανόρθωσης της γονιμότητας, που έχουν ληφθεί σε μια σειρά από ανεπτυγμένες χώρες. Πρόκειται για τρεις δέσμες μέτρων.

Πρώτον, ενισχύσεις οικονομικής φύσης. Επιδόματα γάμου ή συμβίωσης, οικογενειακά επιδόματα, πριμ στη γέννηση ενός παιδιού, φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδότηση ή ακόμη και δωρεάν χρήση υπηρεσιών (π.χ. μεταφοράς με τα μαζικά μέσα, σχολικά βιβλία και είδη, εξωσχολικές δραστηριότητες, άθληση, πολιτισμός, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας), στεγαστικά βοηθήματα.

Δεύτερον, μέτρα που επικεντρώνονται στους γονείς με στόχο την εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή. Αδειες μητρότητας και ανατροφής και κατοχύρωση της επανόδου στην πρότερη της εγκυμοσύνης εργασία, άδειες διακοπών, επιδόματα φύλαξης των παιδιών, ύπαρξη επαρκών ποιοτικών δομών για τη δημιουργική φιλοξενία όλων των παιδιών προσχολικής ηλικίας, ισχυρό θεσμικό πλαίσιο για την αποφυγή διακρίσεων στην εργασία.

Τρίτον, παρεμβάσεις που στοχεύουν στη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για την ανατροφή των παιδιών, όπως για παράδειγμα πολεοδόμηση ασφαλών δημόσιων χώρων, χωροθέτηση των δομών προσχολικής και μικρής ηλικίας κοντά στις κατοικίες των γονέων για την ελαχιστοποίηση του χρόνου μετακίνησης, μέτρα που ενισχύουν την ισότητα και τη θετική προσέγγιση απέναντι στο γονικό λειτούργημα.

Εχετε δει να λαμβάνονται παρόμοια μέτρα στην Ελλάδα;

Αντίστοιχη η πορεία και στους αλλοδαπούς

Σημαντική μείωση παρουσιάζει και ο αριθμός των γεννήσεων αλλοδαπών στην Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης, προφανώς ως αποτέλεσμα αυτής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2011 είχαν γεννηθεί 19.002 παιδιά από αλλοδαπές μητέρες στην Ελλάδα, το 2012 ο αριθμός τους έπεσε στις 15.520, το 2013 στις 13.194 για να κινηθεί τα επόμενα χρόνια γύρω στις 12.000. Το 2017 ήταν 12.371. Τα χρόνια της οικονομικής κρίσης δεν υπήρξε μόνο μετανάστευση Ελλήνων προς ευρωπαϊκές ή άλλες χώρες, αλλά και αλλοδαπών που είχαν μεταναστεύσει παλιότερα στην Ελλάδα, οι οποίοι αναζητούν εργασία αλλού. Μεταξύ αυτών και αρκετοί γεννημένοι εδώ, οι οποίοι έχουν αναπτύξει ιδιαίτερους δεσμούς με την Ελλάδα. Ταυτόχρονα, λόγω της κρίσης δεν υπάρχει εισροή μεταναστών με προορισμό τη χώρα μας, αλλά μόνο εγκλωβισμός προσφύγων και μεταναστών που επιθυμούν να φτάσουν σε άλλες χώρες. Το αποτέλεσμα καταγράφεται όχι μόνο στη μείωση του αριθμού των γεννήσεων από αλλοδαπές μητέρες, αλλά ακόμα πιο ευκρινώς στη μείωση του ποσοστού τους επί του συνόλου: Από 17,9% το 2011, έπεσε στο 15,55% το 2012, στο 13% το 2015 για να ανέβει λίγο το 2016 και το 2017 στο 13,7% και 14% αντίστοιχα.

Ο Βύρωνας Κοτζαμάνης* για το δημογραφικό

Για να δοθεί μια πρώτη απάντηση στο τιθέμενο ερώτημα, οφείλουμε να προσδιορίσουμε το "δημογραφικό προβλήμα" της χώρας μας. Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι κατά την γνώμη μου δύο:

Η μείωση του πληθυσμού που έχει ήδη αρχίσει και που πιθανότατα θα συνεχισθεί και τις επόμενες δεκαετίες (ως και η συρρίκνωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας, και προφανώς, και αυτή του οικονομικά ενεργού πληθυσμού).

Η δημογραφική γήρανση (η συνεχιζόμενη δηλ. ποσοστιαία αύξηση των 65 ετών και άνω) ως και η αύξηση της μέσης ηλικίας του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας. Η επιτάχυνση της δημογραφικής γήρανσης είχε προφανώς ως αποτέλεσμα και την αύξηση των θανάτων (117 χιλ ετησίως κατά μέσο όρο την τελευταία επταετία, μόλις 75 χιλ. την εικοσαετία 1951-70).

Βασικό ρόλο στα προαναφερθέντα είχε η χαμηλή γονιμότητα (κάτω από το όριο αναπαραγωγής), καθώς οι γυναίκες που γεννήθηκαν λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έκαναν κατά μέσο όρο 2,2 παιδιά ενώ αυτές που γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 1,60. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα και την συρρίκνωση των γεννήσεων (95 χιλ. ετησίως την τελευταία επταετία, 149 χιλ. την εικοσαετία 1951-70).

Οι αλλοδαποι που βρίσκονται σήμερα στη χώρα μας (1.000.000 περίπου το 9,3% του πληθυσμού μας) συνεισέφεραν στην επιβράδυνση των πρότερων τάσεων, καθώς χωρίς αυτούς: α) ο πληθυσμός μας σήμερα θα ήταν μικρότερος από αυτόν του 1991 και ακόμη πιο γερασμένος καθώς η μέση ηλικία του - 44 έτη- το 2017- θα ήταν κατά 2 σχεδόν έτη υψηλότερη και β) το αρνητικό φυσικό ισοζύγιο (γεννήσεις-θάνατοι) της περιόδου 2004-17 (-113 χιλ.) θα ήταν σχεδόν τρεις φορές μεγαλύτερο, καθώς λόγω της νεότητάς τους και της υψηλότερης γονιμότητάς τους έχουν λίγους θανάτους και πολλές γεννήσεις (το 14% των γεννήσεων τών ετών 2004-17 προέρχεται από αλλοδαπές μητέρες).

Επομένως η ενδεχόμενη είσοδος νέων αλλαδαπών τα επόμενα έτη, δεν πρόκειται να ανατρέψει τις βασικές τάσεις εξέλιξης του πληθυσμού μας (απλώς θα τις επιβραδύνει), ενώ η απάντηση στο ερώτημα «Επιθυμούμε ή όχι την προσέλκυση στο μέλλον νέων αλλοδαπών»; δεν είναι δυνατόν να δοθεί προφανώς με βασικό κριτήριο το « δημογραφικό».

*Διευθυντής Εργαστηρίου  Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων του πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ