ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Οι πολιτικές του εμπειρίες κατά το 1969 οδήγησαν τον Ανδρέα Παπανδρέου σε έναν ριζικό ανασχεδιασμό των στόχων και μεθόδων του αγώνα του ΠΑΚ. Η άφιξη στην Αθήνα του Χένρι Τάσκα ως νέου πρέσβη των ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 1970 σηματοδοτούσε το κλείσιμο της αναθεώρησης της πολιτικής (policy review) που άρχισε στην κυβέρνηση Νίξον τον προηγούμενο χρόνο και το ξεκίνημα της σταδιακά σκηνοθετημένης εφαρμογής της απόφασης για την άνευ όρων επανάληψη της στρατιωτικής βοήθειας.

Σύμφωνα με τις διπλωματικές οδηγίες που ο Τάσκα έλαβε προσωπικά από τον Νίξον, αυτή η απόφαση βασίστηκε στο «υπερισχύον συμφέρον που έχουν οι ΗΠΑ στα στρατιωτικά δικαιώματα και εγκαταστάσεις στην Ελλάδα», κάτι που απαιτούσε την ανάπτυξη σχέσεων φιλικής συνεργασίας με τον Παπαδόπουλο. Ο νέος σχεδιασμός του Παπανδρέου συνέπεσε με αυτή τη νέα προσέγγιση των ΗΠΑ. Βέβαια, η απόφαση για την επανάληψη στρατιωτικής βοήθειας θα μείνει αυστηρώς απόρρητη για οκτώ μήνες ακόμη.

Ωστόσο, ο Παπανδρέου δεν χρειάστηκε μία επίσημη ανακοίνωση για να διαπιστώσει πού είχε καταλήξει η «αναθεώρηση πολιτικής» της αμερικανικής κυβέρνησης. Ολες οι κινήσεις της τους τελευταίους μήνες του 1969 επιβεβαίωναν την εκτίμησή του ότι τα συμφέροντα του Πενταγώνου ήταν καθοριστικά. Αποκαλυπτική δεν ήταν μόνο η έκδηλη αδιαφορία της Ουάσιγκτον για την πρόσφατες δηλώσεις του Καραμανλή. Επίσης, ο Λευκός Οίκος πέτυχε να αποκρούσει μία προσπάθεια των προοδευτικών γερουσιαστών στο Κογκρέσο να συνδυάσουν την έγκριση του Τάσκα ως πρέσβη με μία νομοθετημένη απαγόρευση αποστολής στρατιωτικής βοήθειας στην Ελλάδα.

«Να δημιουργήσουμε σοβαρό λαϊκό κίνημα»


Ο υπ. Αμυνας των ΗΠΑ Μέλβιν Λερντ στο αεροπλανοφόρο «Φράνκλιν Ρούσβελτ». Την περίοδο εκείνη οι βάσεις ελλιμενισμού του 6ου Στόλου αναβαθμίζονταν.

Αυτό που λειτούργησε πιο αποτελεσματικά στον ανασχεδιασμό του Παπανδρέου ήταν η στάση των ΗΠΑ έναντι των διαβουλεύσεων που προηγήθηκαν της συνόδου της 12ης Δεκεμβρίου 1969 του Συμβουλίου της Ευρώπης. Στη σύνοδο αυτή, τα δημοκρατικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης επρόκειτο να αποφασίσουν για την εκδίωξη της Ελλάδας για ωμές παραβιάσεις ανθρωπίνων και δημοκρατικών δικαιωμάτων. Ενώ η δημοσίευση αποδεδειγμένων στοιχείων για τους βασανισμούς και άλλες επαίσχυντες πράξεις κλόνισε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Γουίλιαμ Ρότζερς, περιόδευε στη Ευρώπη για να πιέσει τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου να μην προχωρήσουν στην εκδίωξη. Χαρακτηριστική ήταν η συνάντησή του με τον νέο καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας, τον σοσιαλδημοκράτη Βίλι Μπραντ. Με ιδιαίτερη αναφορά στην επερχόμενη σύνοδο υπουργών του ΝΑΤΟ τον Μάιο, ο Αμερικανός αξιωματούχος εξέφρασε τον φόβο ότι η εκδίωξη της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης θα ανοίξει τον δρόμο για να τεθεί το ελληνικό ζήτημα στο ΝΑΤΟ. Και όντως υπήρχαν χώρες, όπως η Νορβηγία, με τέτοιες προθέσεις.

Τελικά, η αποστολή του Ρότζερς απέτυχε. Η συντριπτικά αρνητική στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων προκάλεσε την αναγκαστική αποχώρηση της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ωστόσο, αρκετές κυβερνήσεις ναι μεν πήραν μια στάση κατά της χούντας, αλλά φρόντισαν να καθησυχάσουν τους φόβους των Αμερικανών, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι θεωρούν το ΝΑΤΟ ακατάλληλο να ασχοληθεί με το «εσωτερικό» ζήτημα της Ελλάδας. Εντούτοις, η αντίθεση για το ελληνικό ζήτημα μεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ δημιουργούσε για τον Παπανδρέου έναν προφανή στόχο και μία μείζονα προτεραιότητα. «Η μάχη στο εξωτερικό», διακήρυξε το Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΚ στις αρχές του 1970, «μεταφέρεται τώρα στο επίπεδο του ΝΑΤΟ».

Στο τέλος Δεκεμβρίου, ο Παπανδρέου γύρισε στο Τορόντο από την Ευρώπη, όπου μαζί με τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Γεώργιο Μυλωνά, είχε καταθέσει κατά της χούντας στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Σε μια εμπιστευτική (αλλά ηχογραφημένη) συζήτηση (στα αγγλικά) με τον Αντώνη Τρίτση, που τον επισκεπτόταν από το Σικάγο, ο Παπανδρέου σκιαγράφησε τις απαιτήσεις για τη διεξαγωγή της «επιχείρησης ΝΑΤΟ», όπως διασκεδαστικά την ονόμασε. «Αυτή η επιχείρηση δεν μπορεί να πετύχει μόνο στο διπλωματικό επίπεδο», ισχυρίστηκε. «Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα σοβαρό λαϊκό κίνημα στη Ελλάδα και σοβαρή αντίσταση». Και εξήγησε το σκεπτικό του: «Είναι ο μόνος τρόπος για να πείσουμε τους Ευρωπαίους να προχωρήσουν στη επόμενη και πιο δύσκολη φάση του ΝΑΤΟ… Αλλά αυτό θέλει πλάτες… και οι πλάτες πρέπει έρχονται από την Ελλάδα».

Χαρακτηρίζοντας τον Καραμανλή «μία μορφή θεμιτής αντίθεσης από τη Δύση», ισχυρίστηκε ότι το ενδεχόμενο μιας «λύσης Καραμανλή» είχε πλέον ξεπεραστεί από τα γεγονότα. Την ίδια ώρα, η ανάγκη για σοβαρή αντίσταση στη Ελλάδα απείχε σημαντικά από το κάλεσμα για έναν τριτοκοσμικό ένοπλο αγώνα. Αντί αυτού, έθεσε πιο μετρημένες προσδοκίες. «Δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει μια μαζική εξέγερση που θα προκαλέσει την κατάρρευση του καθεστώτος». Ομως, υπήρχε η δυνατότητα να «χτυπήσει ευάλωτα σημεία, όπως ενέργεια, μεταφορές, επικοινωνίες» που να δημιουργήσει «ένα αίσθημα ανασφάλειας στους συνταγματαρχίες και στους συνεργάτες τους». Το «αποτέλεσμα», ισχυρίστηκε, «θα είναι να ανακινούν τους Ευρωπαίους» για μια λύση, και να «κάμπτουν την αντίσταση του Πενταγώνου, επειδή [οι Αμερικανοί] δεν θα αντέξουν το κόστος».

Συνέχισε με μία ζοφερή προειδοποίηση. Εάν τούτο δεν συνέβαινε στα επόμενα δύο χρόνια, «υπάρχει μία σοβαρή προοπτική ότι η κατάσταση θα κρυσταλλωθεί προς όφελος των συνταγματαρχών και θα καταλήξουμε να είμαστε Πορτογαλία», μια αναφορά στη δικτατορία που εγκαταστάθηκε το 1926. Αλλά κατέληξε με ένα κάλεσμα που προϊδεάζει την οραματική διάσταση της πολιτικής του. «Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι ένα απελευθερωτικό κίνημα». Αλλά για να το δημιουργήσουμε, «πρέπει να δώσουμε ένα συναίσθημα της Ελλάδας που θέλουμε να χτίσουμε».

H ριζοσπαστικοποίηση του Ανδρέα ολοκληρώνεται

Στο μεταξύ, στην πρώτη συνάντησή του με τον Παπαδόπουλο ο Τάσκα δεσμεύθηκε ότι, εάν εγερθεί το ελληνικό ζήτημα στο ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ θα «υπερασπιστούν σθεναρά» τη «σταθερή θέση» ότι η «εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδας» δεν πρέπει να συζητηθεί. «Γι’ αυτό», δήλωσε στον Παπαδόπουλο, «να είσθε σίγουρος».

Ωστόσο, το ελληνικό θέμα συνέχισε να βράζει στην Ευρώπη. Ενα μήνα πριν από τη σύνοδο υπουργών του ΝΑΤΟ του Μαΐου, ο Αμερικανός υφυπουργός, αρμόδιος για την Ευρώπη, προειδοποίησε τους συναδέλφους του ότι: «Η εχθρότητα προς τη χούντα ανάμεσα στις δημοκρατικές χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπήρχε καυτή και βαθιά». Κανένα πρόσωπο «με υψηλή δημόσια θέση» στην Ευρώπη «δεν μπορεί να ρισκάρει τη δημόσια υποστήριξη του καθεστώτος και πολλοί αισθάνονται την ανάγκη, λόγω πίεσης από το κοινό, να αντιτίθενται σε αυτό». Κατά συνέπεια, «θα ήταν επικίνδυνο και πιθανόν μονίμως επιζήμιο για το ΝΑΤΟ εάν μια συζήτηση για τα εσωτερικά ζητήματα της Ελλάδας επιτρεπόταν να διεξαχθεί σε οποιαδήποτε συνάντηση του ΝΑΤΟ».

Καθώς οι δίκες της «Δημοκρατικής Αμυνας και του «Εθνους» επιβάρυναν ακόμα περισσότερο το κλίμα για τη χούντα, ο Παπανδρέου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της Δανίας και κυβερνητικούς αξιωματούχους της Νορβηγίας για να τους πείσει να πάρουν μία σκληρή θέση στο επερχόμενο Συμβούλιο του ΝΑΤΟ. «Το δίλημμα που [οι χώρες του ΝΑΤΟ] πρέπει να θέσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι πολύ απλό», δήλωσε. «Κάντε μια επιλογή ανάμεσα σε εμάς και στη χούντα. Δεν δεχόμαστε τη συνύπαρξη των κυβερνήσεών μας με τη ελληνική χούντα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ». Αλλά, ύστερα από μια συντονισμένη εκστρατεία των αμερικανικών υπηρεσιών, ο Ρότζερς κατάφερε, σε συνεργασία με τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ και τη χούντα, να αμβλύνουν τις σκανδιναβικές ενστάσεις, οι οποίες υποχώρησαν σταδιακά στις επόμενες συναντήσεις του ΝΑΤΟ.

Μετά την ήττα στη «μάχη του ΝΑΤΟ» ήρθε, στις αρχές Σεπτεμβρίου, το τελευταίο χτύπημα. Με την προσοχή του κόσμου στραμμένη στο ξέσπασμα μιας κρίσης στη Μέση Ανατολή, ο Κίσινγκερ ενημέρωσε τον Νίξον ότι «είναι μια ιδανική στιγμή να προχωρήσουμε γρήγορα με την ανακοίνωση της επανάληψης στρατιωτικής βοήθειας» στην Ελλάδα. Δύο εβδομάδες μετά την επίσημη ανακοίνωση, ο υπουργός Αμύνης των ΗΠΑ, Μέλβιν Λερντ επισκέφθηκε τον Παπαδόπουλο για μιάμιση ώρα. Μαζί του ήταν και ο ναύαρχος Τόμας Μούρερ. Ηδη, το Πεντάγωνο είχε αρχίσει να σχεδιάζει την αναβάθμιση των αμερικανικών βάσεων με διαδικασίες ελλιμενισμού του 6ου Στόλου. Η έκρηξη μιας βόμβας στον Εθνικό Κήπο κατά τη διάρκεια της συνάντησης οδήγησε στη σύλληψη του Ιωάννη Κορωναίου, δικηγόρου και μέλους του ΠΑΚ, και μετέπειτα στη σύλληψη ακόμα 73 ατόμων, εξαρθρώνοντας ένα σημαντικό τμήμα του αντιστασιακού δικτύου του ΠΑΚ στο εσωτερικό. Δεκαπέντε από τους συλληφθέντες θα περάσουν από το ειδικό στρατοδικείο τον επόμενο χρόνο.

Στο τέλος του 1970, ο Παπανδρέου κλιμάκωσε τον αντιστασιακό του λόγο. Κήρυξε τον αγώνα «εθνικοαπελευθερωτικό», χαρακτήρισε τη χούντα ως «αμερικανική κατοχή» και, με τη βοήθεια του Βάσσου Λυσσαρίδη στην Κύπρο, άνοιξε σχέσεις με τον Γιάσερ Αραφάτ και την PLO. Τον Μάρτιο του 1971, ο Ρίτσαρντ Νίξον ηχογραφήθηκε να περηφανεύεται εμπιστευτικά στον Τομ Πάπας, τον Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία που είχε εξασφαλίσει 549.000 δολάρια από την ελληνική ΚΥΠ για την παράνομη ενίσχυση της προεδρικής καμπανιάς του Νίξον το 1968, ότι «είμαι ο πιο πιστός φίλος [των συνταγματαρχών] που έχουν. Εάν δεν είχα αυτό το αξίωμα, θα είχαν πλέον καταρρεύσει». Τις ίδιες μέρες, ο Παπανδρέου έδωσε μια συνέντευξη σε μια αμερικανική εφημερίδα. «Παλιά», δήλωσε, «…έλεγαν ότι, εάν μου δινόταν η ευκαιρία, θα απέσυρα την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ και θα έδιωχνα τον βασιλιά, ότι ήμουν σοσιαλιστής. Ε, τότε, ήμουν ένας προοδευτικός κύριος, αλλά όχι με αυτή την έννοια. Σήμερα πάντως, είμαι απόλυτα έτοιμος να κάνω όλα αυτά τα “επαίσχυντα” πράγματα».

* Ο κ. Σπύρος Δραΐνας είναι συγγραφέας του βιβλίου «Ανδρέας Παπανδρέου: Η Γέννηση ενός Πολιτικού Αντάρτη», Εκδόσεις Ψυχογιός.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ