ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρθρο του Νίκου Κ. Αλιβιζάτου στην «K»: Το γαλλικό σύνταγμα και εμείς

ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Συμπληρώθηκαν προχθές 60 χρόνια από την έναρξη της ισχύος του γαλλικού συντάγματος (5.10.1958). Και ενώ όλοι πίστευαν ότι γνωρίζουμε τα πάντα για την κατάρτισή του από τον στρατηγό Ντε Γκωλ και τους συνεργάτες του, σε χρόνο ρεκόρ μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα που τον έφερε στην εξουσία τον Μάιο του 1958, αποκαλύφθηκε πρόσφατα η συμβολή ενός άγνωστου πρωταγωνιστή. Επρόκειτο για έναν πάρεδρο του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας ο οποίος, ως σύμβουλος του τότε υπουργού Δικαιοσύνης και μετέπειτα πρωθυπουργού Μισέλ Ντεμπρέ, ήταν ο συντάκτης των περισσότερων διατάξεών του (Le Monde, 28.9.2018).

Συμπτωματικά, αντίστοιχο ρόλο φαίνεται πως έπαιξε και σε εμάς, τον Δεκέμβριο του 1974, ένας πάρεδρος του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας, ως άτυπος σύμβουλος του Κωνσταντίνου Τσάτσου, στην πρώτη φάση της κατάρτισης του δικού μας Συντάγματος. Εκείνες τις μέρες, παρά την παρουσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, δεν ήταν ακόμη ξεκάθαρο αν στο νέο Σύνταγμα θα αποτυπώνονταν οι απόψεις της φιλελεύθερης μερίδας της Νέας Δημοκρατίας ή της λαϊκής Δεξιάς.

Παρότι η αποκάλυψη των παρασκηνίων σημαντικών ιστορικών στιγμών έχει γαργαλιστικό ενδιαφέρον, δεν είναι αυτός ο λόγος που θυμίζω σήμερα την επέτειο του γαλλικού συντάγματος. Είναι γιατί, όπως όλα δείχνουν, βρισκόμαστε στις παραμονές μιας φιλόδοξης πρωτοβουλίας της κυβέρνησης να αναθεωρήσει το δικό μας Σύνταγμα. Θα ήταν λοιπόν χρήσιμη μια αναδρομή στην 60χρονη γαλλική εμπειρία. Γιατί, Ελλάδα και Γαλλία έχουν ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό: τη ροπή προς τον διχασμό, που μάταια επιχειρούν να αμβλύνουν με τα συντάγματά τους.

Με το σύνταγμα του 1958, ο στρατηγός Ντε Γκωλ ίδρυσε ένα νέο πολίτευμα, καινούργιο όχι μόνο για τη Γαλλία, αλλά και για την ιστορία των πολιτευμάτων: το ημιπροεδρικό. Σε αυτό συνυπάρχουν ο πρόεδρος, που εκλέγεται απευθείας από τον λαό, και ο πρωθυπουργός. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στα προεδρικά καθεστώτα, η κυβέρνηση πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, η οποία μπορεί και να την αποσύρει οποτεδήποτε. Στη Γαλλία, τον πρωθυπουργό και τους υπουργούς επιλέγει ο πρόεδρος, ο οποίος μπορεί επιπλέον να διαλύει τη Βουλή και να προκηρύσσει δημοψήφισμα. Είναι, τέλος, υπεύθυνος για την άσκηση της εξωτερικής και της αμυντικής πολιτικής της χώρας. Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι αυτός μετέχει στα Συμβούλια Κορυφής της Ε.Ε. και όχι ο πρωθυπουργός.

Οπως γρήγορα φάνηκε, χωρίς καλή συνεργασία προέδρου και πρωθυπουργού, το ημιπροεδρικό πολίτευμα δεν μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά. Στη Γαλλία ειδικά, έπρεπε να μεσολαβήσουν τρεις ατυχείς «συγκατοικήσεις», για να αναθεωρηθεί το σύνταγμα, το 2000, ώστε οι θητείες προέδρου και Βουλής κατά το δυνατόν να συμπίπτουν.

Από το 1958, το γαλλικό σύνταγμα αναθεωρήθηκε 24 φορές. Εκτός από την άμεση εκλογή του προέδρου (1962) και το λεγόμενο quinquennat (2000), σπουδαίες ήταν και οι πρωτοβουλίες σε ένα θέμα-ταμπού: τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Εδώ, οι αναθεωρήσεις του 1974 και του 2008 ευθυγράμμισαν τη Γαλλία με τα ισχύοντα στις υπόλοιπες μεγάλες δημοκρατίες.

Τα τελευταία 30 χρόνια, το ημιπροεδρικό πολίτευμα ζει μεγάλες δόξες. Με διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα, το υιοθέτησαν σχεδόν όλες οι πρώην λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης, για ευνόητους λόγους: μετά την τραυματική εμπειρία του κομμουνισμού, προείχε να αποτραπεί η ανάδειξη νέων «ισχυρών ανδρών». Η επιβεβλημένη συνύπαρξη προέδρου και πρωθυπουργού αυτήν ακριβώς τη σκοπιμότητα εξυπηρετούσε. Είχε όμως αντιφατικά αποτελέσματα. Διότι ο δικεφαλισμός ούτε τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων διευκόλυνε (βλ. Ρουμανία, Βουλγαρία) ούτε την ανάδειξη του κ. Ορμπαν απέτρεψε.

Πού στέκεται σήμερα η Ελλάδα μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις; Θα πρέπει, εν πρώτοις, να διευκρινισθεί ότι οι φόβοι που αρχικά διατυπώθηκαν ότι το Σύνταγμα του 1975 καθιερώνει ένα «καισαρικό» πολίτευμα γρήγορα διαψεύσθηκαν. Οι λεγόμενες «υπερεξουσίες» του Προέδρου (παύση της κυβέρνησης, διάλυση της Βουλής, προκήρυξη δημοψηφίσματος) δεν ήταν τόσες ώστε να αλλοιωθεί ο κοινοβουλευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος. Δεν εφαρμόσθηκαν άλλωστε ποτέ προτού καταργηθούν επισήμως, ούτε καν στην πρώτη συγκατοίκηση Καραμανλή - Παπανδρέου, το 1981-85. Με την αναθεώρηση του 1986, επιβεβαιώθηκε ο πρωθυπουργοκεντρικός χαρακτήρας του πολιτεύματος, με ένα σοβαρό έλλειμμα ωστόσο: την απουσία σοβαρών θεσμικών αντιβάρων (όπως π.χ. δεύτερη Βουλή ή Συνταγματικό Δικαστήριο). Η έλλειψη αυτή, σε συνδυασμό με την κομματική χειραγώγηση των περισσότερων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών (συνδικάτα, πανεπιστήμια κ.ά.), δεν εμπόδισε συμπαγείς κομματικές πλειοψηφίες να συμπεριφερθούν αλαζονικά και προπάντων αυθαίρετα. Eχει κανείς την εντύπωση ότι, αν δεν υπήρχε το Συμβούλιο της Επικρατείας –το σημαντικότερο ανάχωμα στην παντοδυναμία των κυβερνώντων στις μέρες μας– τα φαινόμενα αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επικίνδυνες καταστάσεις.

Εύλογα, βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει ότι, όσον αφορά τουλάχιστον την οικονομική πολιτική, στη μεταμνημονιακή Ελλάδα, οι δανειστές μας λειτουργούν κατεξοχήν ως αντίβαρα. Δεν χρειάζονται συνεπώς να θεσπισθούν άλλα. Ο αντίλογος όμως είναι ότι τα κρίσιμα πεδία για τα οποία η τρόικα δεν έχει λόγο είναι πολλά (παιδεία, υγεία, ασφάλεια). Από την άλλη, αλίμονο στη χώρα που θα ανέθετε σε ξένους να την νταντεύουν όταν κάνει αταξίες!

Η ενδυνάμωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, είτε άμεσα, με την καθιέρωση της άμεσης εκλογής του, είτε έμμεσα, με την ουσιαστική ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του, θα ήταν κατά τη γνώμη μου λάθος. Διότι, στην Ελλάδα, λόγω έλλειψης συναινετικής παράδοσης, ο δικεφαλισμός όποτε επιχειρήθηκε απέτυχε παταγωδώς, όχι μόνο στην πολιτική, αλλά και στις επιχειρήσεις. Αλλού συνεπώς και όχι στο γαλλικό μοντέλο θα πρέπει να αναζητηθούν οι λύσεις.

Υπάρχουν αρκετά ζητήματα για τα οποία η ανάγκη συνταγματικών αλλαγών έχει ωριμάσει. Για παράδειγμα, μετά τις εμπειρίες του 2009 και του 2014, είναι φανερό ότι η θητεία της Βουλής πρέπει να αποσυνδεθεί από την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η ποινική ευθύνη των υπουργών, η βουλευτική ασυλία, η επιλογή των προέδρων των Ανώτατων Δικαστηρίων και των Ανεξάρτητων Αρχών είναι επίσης θέματα για τα οποία όλοι συμφωνούμε ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Διαφωνούμε, εν τούτοις, στις λύσεις που θα πρέπει να δοθούν.

Το ότι ο τρόπος που προβλέπει το ισχύον Σύνταγμα για την αναθεώρησή του (άρθρο 110) δεν επιτρέπει στην παρούσα Βουλή να δεσμεύσει την επόμενη για το περιεχόμενο της αναθεώρησης δεν θα πρέπει να λειτουργήσει αποτρεπτικά.

Παρά τις περί του αντιθέτου ενδείξεις, θέλω να πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξουν οι ελάχιστες αναγκαίες συναινέσεις. Οχι μόνο γιατί το χρωστάμε σε έναν καταταλαιπωρημένο λαό. Αλλά γιατί είναι ζήτημα κοινής λογικής.

* Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ