ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Αραβας επενδυτής προ των πυλών της «Βαράγκης»

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Να γράψει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της «Βαράγκης», που μετράει ήδη 120 έτη και τρεις γενιές, επιχειρεί ο Δημήτρης Βαράγκης. Σε συνεργασία με τις πιστώτριες τράπεζες Alpha Bank και Eurobank βρίσκεται σε διαδικασία διαπραγματεύσεων με ενδιαφερόμενο ξένο επενδυτή για την είσοδό του στο μετοχικό κεφάλαιο της εμβληματικής επιπλοποιίας, φιλοδοξώντας παράλληλα να απελευθερωθεί από ένα σημαντικό τμήμα του δανεισμού και των υποχρεώσεών της. Με τον δανεισμό να έχει μεγεθυνθεί σε δυσθεώρητα για τον κύκλο εργασιών της επίπεδα και την έλλειψη ρευστότητας να της αποστερεί τη δυνατότητα να χτυπήσει μεγάλα έργα στο εξωτερικό, η «Βαράγκης» προσέφυγε στο πτωχευτικό δίκαιο.

Ο καθαρός δανεισμός του ομίλου στα τέλη Ιουνίου ανερχόταν σε 11,569 εκατ. ευρώ εκ των οποίων τα 7,572 αποτελούν μακροπρόθεσμα δάνεια και τα 4,08 βραχυπρόθεσμα. Το σύνολο των υποχρεώσεων, που περιλαμβάνει προμηθευτές και Δημόσιο, ανέρχεται στα 17,9 εκατ. Ενα μέρος των υποχρεώσεων είναι δανεισμός της εταιρείας από την οικογένεια Βαράγκη, η οποία έβαλε σημαντικά ποσά στις αρχές της δεκαετίας –και ενώ είχε ξεσπάσει η κρίση– προκειμένου να στηρίξει τη λειτουργία της. Τους τόκους και τις προσαυξήσεις του δανεισμού αυτού ασφαλώς και δεν θα αξιώσει να λάβει η οικογένεια, αναφέρουν πηγές της διοίκησης του ομίλου. Την ίδια ώρα, οι πωλήσεις το 2017 ανήλθαν στα 4,116 εκατ. ευρώ από 3,564 εκατ. το 2016, αλλά το αποτέλεσμα προ φόρων, χρηματοδοτικών, επενδυτικών αποτελεσμάτων και συνολικών αποσβέσεων (EBITDA) ήταν ζημιογόνο κατά 131.000 ευρώ και το τελικό αποτέλεσμα μετά φόρων ζημίες 1,7 εκατ. Με αυτόν τον ισολογισμό η «Βαράγκης» όχι μόνον αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας αλλά και αδυνατούσε να εξασφαλίσει τις εγγυητικές επιστολές και τις εγγυητικές καλής εκτέλεσης που απαιτούνται για να παίρνει έργα και προκαταβολές για να τα εκτελεί στον Περσικό. Ετσι, η υπαγωγή στη διαδικασία εξυγίανσης με δικαστική επικύρωση ήταν μονόδρομος για να βγει από το αδιέξοδο αυτό με συντεταγμένο και μη αμφισβητήσιμο τρόπο.

Η διοίκηση Δ. Βαράγκη επικαλούμενη τη διασφάλιση της συνέχισης της παραγωγικής δραστηριότητας στο εργοστάσιό της στο Σχηματάρι και των έργων που υλοποιούνται στη συντριπτική τους πλειονότητα στον Περσικό Κόλπο και ειδικότερα σε Κουβέιτ, Ομάν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Κατάρ, καθώς και για την αποφυγή απομείωσης της εταιρικής της περιουσίας, κατέθεσε αίτηση με τη σύμφωνη γνώμη του 74% του συνόλου των πιστωτών για τη λήψη προληπτικών μέτρων. Η κύρια αίτηση για τα προληπτικά μέτρα θα συζητηθεί αυτή την εβδομάδα και θα ισχύσουν έως την κατάθεση της αίτησης επικύρωσης που πρέπει να γίνει μέσα σε τέσσερις μήνες συνολικά από τη χορήγηση της προσωρινής διαταγής. Ετσι, μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου θα πρέπει να έχει οριστικοποιηθεί η συμφωνία με τους πιστωτές για το ύψος της απομείωσης των απαιτήσεών τους, να έχει οριστικοποιηθεί το ύψος της συμμετοχής του επενδυτή, η οποία σύμφωνα με τραπεζικές πηγές θα είναι πλειοψηφική και να έχει συμφωνηθεί μεταξύ ιδιοκτησίας επενδυτή και τραπεζών το πρόγραμμα αποπληρωμής των εναπομεινασών υποχρεώσεων τόσο προς τις τράπεζες όσο και προς τους προμηθευτές, το Δημόσιο και τα Ταμεία. Μια προσεκτική ματιά στην οικονομική έκθεση του πρώτου εξαμήνου του 2018, που αναρτήθηκε πριν από λίγες μέρες, αποκαλύπτει την προέλευση του επενδυτή ο οποίος, όπως φαίνεται, έχει ήδη πάρει θέση σε μία από τις θυγατρικές της «Βαράγκης» στον Περσικό. Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο πουλήθηκε το 66% της θυγατρικής της «Βαράγκης» στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) σε επενδυτή από τα ΗΑΕ, ενώ η οικογένεια Δ. Βαράγκη διατήρησε την καταστατική μειοψηφία, ήτοι το 34%.

Στην εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών Βαράγκης ΑΒΕΠΕ, η οποία ενοποιεί τις θυγατρικές στον Περσικό, ο Δημήτρης Βαράγκης ελέγχει επί του παρόντος το 56,568%, ενώ η πλευρά της συζύγου του, η οικογένεια Σωσσίδη, το 16,753% και άλλο 11,9% βρίσκεται, σύμφωνα με το Χ.Α., στην κατοχή του Κωνσταντίνου Ζούζουλα. Δηλαδή στο ευρύτερο επενδυτικό κοινό βρίσκεται ποσοστό μικρότερο του 15%. Τραπεζικές πηγές αναφέρουν πως μετά την είσοδο του επενδυτή η πλευρά Βαράγκη θα διατηρήσει συμμετοχή πιθανόν και καταστατική μειοψηφία, αφού είναι προφανές πως ο Δημήτρης Βαράγκης, το όνομά του και η ομάδα του αντιπροσωπεύουν ένα σημαντικό κομμάτι της αξίας του ομίλου. Το άλλο είναι η εμπειρία των εργαζομένων και βέβαια το εργοστάσιο στο Σχηματάρι, όπου ακόμα και σήμερα παράγονται όλα σχεδόν τα έπιπλα και οι κατασκευές που προορίζονται για τις αγορές του Περσικού Κόλπου.

Είναι χαρακτηριστικό πως το 98% της αξίας των έργων που εκτελεί η «Βαράγκης» αφορά πωλήσεις στο εξωτερικό, με την εγχώρια αγορά να αποτελεί κυριολεκτικά αμελητέο ποσοστό. Ηταν λοιπόν σχεδόν νομοτελειακή η ανεύρεση ενδιαφερόμενου επενδυτή στον Περσικό, όπου διαπρέπει ενόσω κλυδωνίζεται στην Ελλάδα.

Σύμβολο επιτυχίας και καλού γούστου

Ηταν τέλη του 19ου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1894, όταν ο Θεμιστοκλής Βαράγκης, ένα από τα οκτώ παιδιά της οικογένειάς του έρχεται από την Ανδρο στην Αθήνα και αποφασίζει να γίνει επιπλοποιός σπουδάζοντας στη Διπλάρειο Σχολή Επιπλοποιών. Λίγα χρόνια μετά και ενώ η υψηλή κοινωνία της Αθήνας διψάει να υιοθετήσει τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και την αντίστοιχη αισθητική, ανοίγει στη γωνία των οδών Σόλωνος και Πινακωτών, μαζί με τον Δημήτριο Αθηναίο, μια πρότυπη επιπλοποιία που τα προϊόντα της έμελλαν να γίνουν σύμβολο επιτυχίας και καλού γούστου για τους αγοραστές τους.

Δεν πέρασαν δέκα χρόνια και ο Θεμιστοκλής Βαράγκης με τον συνεργάτη του καλούνται το 1907 να επιπλώσουν τα βασιλικά ανάκτορα του Τατοΐου, για λογαριασμό του βασιλέα Γεωργίου Α΄. Η ανάθεση εκείνη οδήγησε στην απογείωση της επιπλοποιίας και στην απόκτηση του καλύτερου δυνατού διαβατηρίου για τα ακριβότερα σαλόνια της αθηναϊκής κοινωνίας. Το κόστος δεν έχει σημασία για αυτά τα βαλάντια και έτσι τα έπιπλα αυτά αποκτούν χαρακτήρα πολύτιμου περιουσιακού στοιχείου και συμβόλου επιτυχίας. Η μικρή επιπλοποιία των λίγων δεκάδων τετραγωνικών μεταφέρεται το 1917 στον αριθμό 17 της οδού Λεωνίδου στο Βοτανικό και γίνεται πλέον εργοστάσιο. Αλλά ούτε εκεί χωράει για πολύ, καθώς η ζήτηση καλπάζει μαζί με τη φήμη του Βαράγκη και την όρεξη της αθηναϊκής ελίτ να εξωραΐσει τους χώρους κατοικίας και εργασίας της.

Είχε έρθει το 1922 και το εργοστάσιο μεταφέρεται στο 41 της Ιεράς οδού. Μετακόμιση που συμπίπτει με την ανάδυση της δεύτερης γενιάς στην επιχείρηση και συγκεκριμένα του Νίκου Αθηναίου και του Δημήτρη Βαράγκη, παππού του σημερινού επικεφαλής της «Βαράγκης», οι οποίοι έχουν σπουδάσει στο Παρίσι και αποτελούν αδιαμφισβήτητους εκπρόσωπους ό,τι καλύτερου έχει να προσφέρει η Γηραιά Ηπειρος στον χώρο του επίπλου και της εσωτερικής διακόσμησης. Η χρυσή εποχή του Μεσοπόλεμου για την Ελλάδα έχει φθάσει και έχει πρωταγωνιστή στη διακόσμηση και στην αισθητική τους δυο άνδρες. Στις διεθνείς εκθέσεις της Θεσσαλονίκης, το 1928 και το 1931, η επιχείρηση κερδίζει το χρυσό βραβείο. Ηδη άλλωστε η αγορά την έχει βραβεύσει: τα έπιπλα της βρίσκονται όχι μόνον στα μεγάλα αθηναϊκά σαλόνια αλλά και στη «Μεγάλη Βρεταννία», στο Zonar’s, στο Μέγαρο Σταθάτου, στο King George, στην Παλαιά Βουλή και στο υπουργείο Εξωτερικών. Κάπως έτσι φτάνουμε στο 1937 και το πρώτο κατάστημα - έκθεση επίπλων στην πλατεία Συντάγματος επί της Οθωνος. Η ποιότητα και ο εμβληματικός χαρακτήρας της δουλειάς της επιπλοποιίας ήταν τα στοιχεία που την κράτησαν ανοικτή μέσα από χίλια προβλήματα και κατά την Κατοχή, έστω και με μικρότερα μεγέθη. Μετά την απελευθέρωση, η επιχείρηση δεν άργησε καθόλου να ανακάμψει και να επανακτήσει μεγέθη και επιρροή έως τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ομως το 1954 ο Δημήτρης Βαράγκης πεθαίνει και τον επόμενο χρόνο αναλαμβάνει ο γιος του και εγγονός του ιδρυτή Θ. Βαράγκης. Δύο χρόνια μετά, το 1957, μετατρέπεται σε ομόρρυθμο εταιρεία και το 1960 το εργοστάσιο μεταφέρεται στην Πεύκη και η επιχείρηση γίνεται ανώνυμη εταιρεία.

Το άνοιγμα στην αστική τάξη τη δεκαετία του ’60 και η εκτίναξη των πωλήσεων

Ο Θ. Βαράγκης αποφασίζει στις αρχές της δεκαετίας του ’60 να στραφεί από τις πολύ πλούσιες οικογένειες σε ολόκληρη την αστική τάξη, όπως αυτή νοείτο τότε στην Ελλάδα, με τιμές ναι μεν υψηλές σε σχέση με τον ανταγωνισμό, πλην όμως πιο προσιτές πλέον. Η τακτική αυτή πιάνει και οι πωλήσεις πολλαπλασιάζονται.

Το 1970 η εταιρεία «Θ. Βαράγκης Α.Ε.» φτάνει να ανοίξει κατάστημα στο Παρίσι και το 1975 αναλαμβάνει την επίπλωση του Μεγάρου Μαξίμου. Δέκα χρόνια μετά, η Ελλάδα έχει αλλάξει και τα εισαγόμενα ευρωπαϊκά ποιοτικά έπιπλα, με πρωταγωνιστή τα ιταλικά, αρχίζουν να δημιουργούν έναν υπολογίσιμο ανταγωνιστή για την εταιρεία. Η «Βαράγκης» απαντά με έμφαση στην ανάπτυξη του δικτύου λιανικής πώλησης.

Το 1998 η Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Παραγωγής Επίπλων «Βαράγκης», με τη σημερινή δηλαδή πλέον μορφή της, κρούει τας θύρας της ελληνικής κεφαλαιαγοράς και εισέρχεται στο Χρηματιστήριο, ενώ ξεκινά τη λειτουργία του νέου εργοστασίου στο Σχηματάρι. Κάπου εκεί (1999) με έναν αιώνα στην πλάτη της, οι πωλήσεις της διαμορφώνονται στα 7,04 εκατ. ευρώ (σε σημερινά μη αποπληθωρισμένα ποσά) και οι εξαγωγές καλύπτουν μόλις το 15%, ενώ διαθέτει πέραν των Παρισίων από ένα κατάστημα στο Μόναχο και στο Λονδίνο. Το 2007 οι πωλήσεις έχουν φτάσει τα 11,3 εκατομμύρια, ενώ η εταιρεία είναι, βέβαια, κερδοφόρος. Το 2012 και ενώ η κρίση έχει δείξει τα δόντια της, οι πωλήσεις έχουν υποδιπλασιαστεί κάτω από τα 5,5 εκατομμύρια ευρώ. Η διοίκηση του Δημήτρη Βαράγκη, τέταρτη γενιά πλέον της οικογένειας, αποφασίζει από το 2008 και μετά να ρίξει το βάρος στο εξωτερικό, ενώ βάζει λεφτά στην επιχείρηση και προσφεύγει παράλληλα σε τραπεζικό δανεισμό.

Ο κλάδος των επίπλων στην Ελλάδα εκτιμάται πως το 2007, στην κορυφή δηλαδή της ευμάρειας της ελληνικής οικονομίας και των δεικτών καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης, πραγματοποιούσε πωλήσεις άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ ετησίως. Σήμερα, υπολογίζεται πως το σύνολο της συντεταγμένης αγοράς δύσκολα αθροίζει 500 εκατομμύρια. Με τη «Βαράγκης» να κυριαρχεί στο ακριβότερο τμήμα της αγοράς, έπιπλα και ειδικές κατασκευές δηλαδή που απευθύνονται στα ανώτερα στρώματα της χειμαζόμενης πλέον μεσαίας τάξης και άνω, το πλήγμα σε αυτήν ήταν και το μεγαλύτερο.

Με θρυαλλίδα μια μεγάλη δουλειά διακόσμησης και επίπλωσης εσωτερικού χώρου θαλαμηγού σε γερμανικό ναυπηγείο τότε ξεκινά το άνοιγμα στις πλούσιες χώρες του Περσικού. Το DNA της οικογένειας γνωρίζει πολύ καλά να ερμηνεύει με έργα τις απαιτήσεις και την αισθητική των υψηλότερων εισοδηματικών τάξεων και προσθέτει πλέον σταδιακά και την καινοτομία όπως το πάντρεμα οπτικών ινών με ξύλο, τη χρήση πρωτοποριακών υλικών και μεθόδων και σύντομα παίρνει μεγάλες δουλειές στον αραβικό κόσμο, πάρα το γεγονός πως η κρίση στην Ελλάδα βαθαίνει.

Το εργοστάσιο στο Σχηματάρι παράγει συνεχώς. Σήμερα, η «Βαράγκης» εκτελεί μεγάλο έργο της National Bank of Kuwait, έργο εσωτερικής διαμόρφωσης θαλαμηγού μήκους 45 μέτρων στο Al Khor του Κατάρ (αξίας 4,2 εκατ. ευρώ), αρχιτεκτονικές μελέτες επτά παλατιών στην Ντόχα του Κατάρ (έργο αξίας 1,2 εκατ.) και έπεται η υλοποίηση διαμόρφωσης των έργων αυτών με ξυλουργικές κατασκευές και έπιπλα (έργο αξίας 24,1 εκατ.) και έργο εσωτερικής διαμόρφωσης και επίπλωσης δύο ιδιωτικών κατοικιών στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (έργο αξίας 1,7 εκατ.).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ