ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι επενδυτές δεν εμπιστεύονται ακόμα την ελληνική οικονομία

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε ένα υπόβαθρο σοβαρών προβλημάτων των τραπεζών αλλά και της χώρας βασίστηκε η επίθεση κατά των τραπεζικών μετοχών την περασμένη Τετάρτη στο Χρηματιστήριο, η οποία οδήγησε σε απώλειες του δείκτη κατά 8,78%, σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές και τραπεζικές πηγές.

Παρότι οι περισσότεροι υποστηρίζουν ότι το ξεπούλημα, στην έκταση που πήρε, είχε κερδοσκοπικά χαρακτηριστικά, καθώς δεν προέκυψαν νέα στοιχεία για την κατάσταση των τραπεζών που να το δικαιολογούν, αναγνωρίζουν παράλληλα ότι υπάρχουν πραγματικές εστίες ανησυχιών, στις οποίες η κερδοσκοπία βρίσκει πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί. Το γεγονός αυτό, μάλιστα, προκαλεί αβεβαιότητα για το μέλλον, καθώς μια ανάλογη επενδυτική συμπεριφορά δεν αποκλείεται να επαναληφθεί. Σε ένα άλλο επίπεδο, άλλωστε, η επενδυτική δυσπιστία είναι αυτή που απειλεί να κρατήσει τη χώρα αποκλεισμένη από τις αγορές ομολόγων για πολύ καιρό ακόμη, ακυρώνοντας το αφήγημα της επιτυχούς εξόδου από τα μνημόνια, τονίζουν οι αναλυτές.

Υψηλοί στόχοι

Σε ό,τι αφορά τις τράπεζες, υψηλόβαθμη πηγή του χώρου τόνιζε συγκεκριμένα ότι «δεν έχει πειστεί το σύνολο των επενδυτών πως το βασικό σενάριο όλων μας θα επιτευχθεί. Κάποιοι στοιχηματίζουν ότι δεν θα βγει». Στο επίκεντρο του υπό αμφισβήτηση σεναρίου βρίσκεται βεβαίως η μείωση των κόκκινων δανείων, με τον στόχο να έχει τεθεί στο φιλόδοξο 20%. Η πώληση των δανείων αυτών σε τιμές χαμηλότερες από τις σχετικές προβλέψεις που έχουν πάρει οι τράπεζες, όπως πιθανολογείται, είναι πιθανό να οδηγήσει σε ανάγκη νέων κεφαλαίων. Τα αποτελέσματα του α΄ εξαμήνου του έτους δεν βοήθησαν στην άρση των ανησυχιών αυτών, σημειώνουν οι αναλυτές. Αντίθετα, επιβεβαίωσαν ένα ακόμη πρόβλημα, που είναι ότι τα έσοδα των τραπεζών είναι πλέον οι προμήθειες και όχι οι τραπεζικές εργασίες.

Η κυβέρνηση, σε συνεργασία με το ΤΧΣ, επιχειρεί τώρα να αντιμετωπίσει το πρόβλημα προτείνοντας τη δημιουργία ενός Asset Protection Scheme, στο πλαίσιο του οποίου θα μεταφέρονται σε «οχήματα ειδικού τύπου» κόκκινα δάνεια τραπεζών, σε μειωμένη φυσικά τιμή και θα εκδίδονται αντίστοιχα ομόλογα με εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου. Η Κομισιόν πρέπει να δώσει την έγκρισή της για να εφαρμοστεί το σχέδιο, κάτι που δεν θεωρείται εύκολο, ενώ πηγές του υπουργείου Οικονομικών δεν αποκλείουν τη χρήση πόρων από το «μαξιλάρι» ρευστότητας, που αναδεικνύεται πλέον σε μοναδικό σωσίβιο για όλα τα προβλήματα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τράπεζα της Ελλάδος επεξεργάζεται ένα εναλλακτικό σενάριο, με χρήση των αναβαλλόμενων φόρων ως κεφαλαίου του «οχήματος ειδικού σκοπού» και χωρίς εγγύηση του Δημοσίου.

Ολα αυτά επιβεβαιώνουν, προφανώς, το μέγεθος της καθαρά τραπεζικής όψης του προβλήματος. Ομως, οι αναλυτές επισημαίνουν επιπλέον την αβεβαιότητα που επικρατεί για τη γενικότερη πορεία της χώρας ως σημαντική παράμετρο των επιθετικών επενδυτικών κινήσεων. «Οι τράπεζες είναι “αντιπρόσωποι” (proxy) της οικονομίας», σημειώνει αναλυτής, εξηγώντας πως η πορεία τους αντανακλά το επίπεδο εμπιστοσύνης προς τη χώρα. Ο ίδιος αναφέρει ότι οι επενδυτές που τοποθετούνται με βάση το ρίσκο της χώρας μπορεί να βάζουν στο στόχαστρο τις τράπεζες, ως εναλλακτική έναντι των ομολόγων, των οποίων η αγορά είναι περιορισμένη.

Πάντως, τα ομόλογα είχαν κι αυτά το δικό τους μερίδιο στο σφυροκόπημα αυτές τις μέρες.

Η αβεβαιότητα για την πορεία της χώρας έχει να κάνει με τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και εντέλει με τις αναπτυξιακές προοπτικές της. Οι επενδυτές ανησυχούν ότι το προεκλογικό κλίμα θα φέρει ξήλωμα των συμφωνηθέντων και πολλοί υποστηρίζουν ότι η μη εφαρμογή του μέτρου για τη μείωση των συντάξεων ίσως εντείνει τις σχετικές ανησυχίες (αν και υπάρχουν κάποιοι που αμφισβητούν ότι η συγκεκριμένη κίνηση θα παίξει αρνητικό ρόλο, από τη στιγμή που θα τεκμηριωθούν τα δημοσιονομικά περιθώρια για να υλοποιηθεί). Τα μπρος-πίσω σε αποφάσεις όπως η ταχύτητα μείωσης της φορολογίας των επιχειρηματικών κερδών (αντί για 3 θα μειωθεί κατά 1 μονάδα ο συντελεστής το 2019) αναφέρονται ως χαρακτηριστικά επενδυτικά αντικίνητρα, ενώ οι επιχειρηματίες μεταφέρουν ανησυχίες για το ενδεχόμενο να ασκηθούν πιέσεις αυξήσεων μισθών πέρα από τα περιθώρια που δίνει η αύξηση της παραγωγικότητας, εξαιτίας της ανόδου του κατώτατου μισθού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ