Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Βαρεθήκαμε τις νουθεσίες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΔIAΓΩNIΩΣ

Η αποτυχία της πολιτικής τάξης να κρατήσει όρθια την κοινωνία μετά την κατάρρευση ας χρεωθεί, εκτός των άλλων, και στο ύφος της νουθεσίας που υιοθέτησε για να αμυνθεί από την πρώτη κιόλας στιγμή. Από τον Γεώργιο Παπανδρέου έως τον Αντώνη Σαμαρά απευθυνόταν στο σώμα της δημοκρατίας με τον δείκτη της δεξιάς προτεταμένο και ένα «πρέπει» στην αρχή κάθε πρότασης. Για να γλιτώσουμε «πρέπει» να κάνετε τούτο και κείνο. Πρώτη αρχή της συνταγογράφησης: πληρώνετε φόρους και εισφορές χωρίς να πολυρωτάτε πού πηγαίνουν. Εμείς ξέρουμε. Πρώτη αντίδραση φυσιολογική: Και ποιος είσαι συ που θα μου πεις τι ξέρεις να κάνω; Λες και δεν ήξεραν ότι απευθύνονται σ’ έναν πληθυσμό που πιστεύει ότι αν γινόταν έστω για μία μέρα πρωθυπουργός θα διόρθωνε όλα τα λάθη της πολιτείας μας. Oταν ο Γεώργιος Παπανδρέου ζήτησε ανερυθρίαστα από τους εταίρους μας να του πουν τι να κάνει για να σωθούμε, εκείνοι έφτιαξαν τις συνταγές τους και αυτός περιορίστηκε στον ρόλο του δημοδιδασκάλου. Aλλο που δεν ήθελαν κι αυτοί. Επιτέλους τους δόθηκε η ευκαιρία να νουθετήσουν κάποιους, να διδάξουν τον πολιτισμό τους στη μικρή, περιθωριακή Ελλάδα, που όπως είχε πει ο πρωθυπουργός της κατοικείται από φοροφυγάδες. Χωρίς να του περνάει από το μυαλό πως αυτοί οι φοροφυγάδες τον εξέλεξαν.

Ο Αντ. Σαμαράς για να γίνει πρωθυπουργός επινόησε τον αντιμνημονιακό αγώνα. Oταν τα κατάφερε, τον ξέχασε· όμως το αντιμνημονιακό μέτωπο ήταν ήδη δημοφιλές. Ετερόκλητο, με ένα εύρος που πήγαινε από τη Χρυσή Αυγή έως τον ΣΥΡΙΖΑ, ανακάτεψε την τράπουλα της πολιτικής σκηνής και γέννησε την υβριδική συμμαχία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Αυτοί επεκράτησαν ως αντίπαλοι της πολιτικής της νουθεσίας. Θα κάνουμε το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που μας λένε να κάνουμε. Φοβηθήκαμε, γελάσαμε, απολαύσαμε τη φαλακρή τραγουδίστρια, κι αφού ψηφίσαμε στο δημοψήφισμα ο Τσίπρας έκανε ό,τι και ο Σαμαράς. Ξέχασε τις αντιμνημονιακές του άριες και άρχισε να νουθετεί. «Αλλα θέλω να κάνω, άλλα πρέπει να κάνω και θα κάνω ό,τι πρέπει να κάνω». Κέρδισε χρόνο για να ζει προστατευμένος από τη μισή αστυνομική δύναμη της χώρας, έμαθε και κάτι ψωροαγγλικά, αγάπησε ακόμη περισσότερο εαυτόν, πλην όμως ο κυνισμός του δεν του επέτρεπε να συνειδητοποιήσει πως έβγαζε τα μάτια του με τα δάχτυλά του, όπως η Κεντροαριστερά με τον Παπανδρέου και η Κεντροδεξιά με τον Σαμαρά. Του έφθανε πως οι εταίροι τού έδιναν καλούς βαθμούς – μάλλον για να ξεμπερδεύουν.

Και τώρα είναι μόνος, αντιμέτωπος με μια κοινωνία που κωφεύει στις νουθεσίες. Η πολιτική της νουθεσίας πτώχευσε. Και επειδή ταυτίστηκε επί δεκαετίες με τη λειτουργία της δημοκρατίας, όσοι πολιτικοί την θέλουν ακόμη όρθια, τη δημοκρατία, οφείλουν να το λάβουν υπ’ όψιν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ