Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Χορστ Ζεεχόφερ: Υψιλον

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ο καλύτερος σύμμαχος του αντισυστημικού λαϊκισμού είναι ο συστημικός λαϊκισμός. Οταν, από τον φόβο της εκλογικής συρρίκνωσης, τα συστημικά κόμματα αντιγράφουν την ατζέντα των αντιπάλων τους, καταλήγουν να τη νομιμοποιούν. Καταλήγουν να νομιμοποιούν και τους ψηφοφόρους να διαλέξουν τον ακραιφνή από τον συγκρατημένο λαϊκιστή.

Ερμαιο –θύτης, όσο και θύμα– αυτού του μιμητικού ανταγωνισμού είναι ο Χορστ Ζεεχόφερ, ο αποδυναμωμένος ηγέτης των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας. Οι Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) τάχα αμύνονται στην επέλαση της ακροδεξιάς AfD, αναμασώντας τα ίδια συνθήματα περί ασφάλειας, κλειστών συνόρων, διατήρησης του «βαυαρικού» τρόπου ζωής. Γι’ αυτό και η AfD εκμεταλλεύεται το «δώρο»: «Εμείς τηρούμε αυτά που το CSU υπόσχεται», είναι ένα από τα προεκλογικά της σλόγκαν. Τα άλλα είναι στο γνώριμο μοτίβο: «Σχολεία χωρίς Ισλάμ». «Σχολεία χωρίς μαντίλα». «Λεφτά για τους συνταξιούχους και όχι για τους παράνομους μετανάστες».

Μέσα σε αυτό το προεκλογικό κλίμα, ενόψει της κάλπης της ερχόμενης Κυριακής για την τοπική Βουλή, εκσφενδόνισε ο Ζεεχόφερ και την εξυπνάδα του για την Ελλάδα. Οι Βαυαροί, είπε, είχαν κάποτε κυβερνήσει για λίγο την Ελλάδα. «Ισως θα ήταν καλύτερα, αν δεν την είχαν κυβερνήσει μόνο για λίγο».

Αυτό το ημερολογιακά «λίγο», ιστορικά δεν ήταν καθόλου λίγο. Αρκεί να αναρωτηθεί κανείς τι επιρροή άσκησε ο γερμανικός –κυρίως ο γερμανικός– ρομαντισμός στην ιδέα που οι Νεοέλληνες έχουν για τον εαυτό τους.

Ως Βαυαρός εθνικιστής, ο Ζεεχόφερ μπορεί και να ξέρει γιατί το Bayern γράφεται με ύψιλον – ενώ μέχρι το 1825 γραφόταν Baiern. Μπορεί να ξέρει ότι ο Λουδοβίκος, πατέρας του Οθωνα, είχε με διάταγμά του διακοσμήσει το όνομα της επικράτειάς του με την ωραία καμπύλη του ελληνικού γράμματος. Αυτή η (αν)ορθογραφία φαίνεται σαν ελληνική επίδραση στη Βαυαρία. Στην πραγματικότητα δηλώνει το αντίθετο: Ο γερμανικός ρομαντισμός ήδη από τον 18ο αιώνα, με τον Χέλντερλιν και τον Γκαίτε, είχε πλάσει μια ιδέα περί Ελλάδος, η οποία στη συνέχεια εισήχθη σαν εθνική ιδεολογία στο νεογέννητο βαλκανικό κράτος. Ενα κράτος που το είχαν φαντασιωθεί ως βασίλειο υπαρκτού νεοκλασικισμού.

Εντάξει, δεν το έκαναν μόνοι οι Γερμανοί. Ομως, εκείνοι έχουν ικανό μερίδιο ευθύνης για τον νεοελληνικό διπολισμό. Γιατί εκτός από τον σπόρο του μεγαλοϊδεατισμού, εμφύτευσαν στους Νεοέλληνες και τον σπόρο της υπαρξιακής ανασφάλειας. Μαζί με τον Γκαίτε, εξήγαγαν και τον Φαλμεράιερ.

Τέτοιες αναγωγές καλό είναι να μη γίνονται. Αλλά ο πειρασμός είναι μεγάλος: Το «λίγο» του Ζεεχόφερ, είναι ακόμη ενεργό. Το βρίσκει κανείς μετουσιωμένο στο ψυχοπολιτικό μείγμα με το οποίο αντιμετωπίζεται η δανειζομένη Ελλάδα: Λίγος έπαινος για την «έξοδο»· και λίγη καχυποψία για τη ελληνική φερεγγυότητα. Λίγη σκληρή αγάπη· και λίγη περιφρόνηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ