ΘΕΑΤΡΟ

Αποθέωση Βιζυηνού, αποδόμηση Σούτσου, ευτελισμός Πικάσο

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Στο «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», οι ηθοποιοί εντυπωσιάζουν με τη φυσικότητα με την οποία μιλούν τη γλώσσα του Γεωργίου Βιζυηνού.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η μεταφορά λογοτεχνικών κειμένων στη σκηνή, και μάλιστα από σκηνοθέτες και ηθοποιούς της νεότερης γενιάς, είναι η πιο ισχυρή τάση στη θεατρική αγορά εδώ και αρκετά χρόνια. Η προσπάθειά τους δεν είναι μόνο συγκινητική αλλά και πολλαπλώς πολύτιμη. Γιατί ακόμη και στις περιπτώσεις που το σκηνικό αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό, το να ζωντανεύει η γλώσσα σπουδαίων συγγραφέων, λ.χ., του 19ου αι., είναι ήδη πολύ. Αν δείτε την απόδοση του διηγήματος «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» του Γεωργίου Βιζυηνού στη Μουσική Βιβλιοθήκη του Μεγάρου Μουσικής, θα καταλάβετε τι εννοώ: η γλώσσα λάμπει, γεμάτη χυμούς και χρώματα, πνεύμα και χιούμορ.

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου συνειδητά τα τελευταία χρόνια ασχολείται με νουβέλες και διηγήματα εκλεκτών Ελλήνων συγγραφέων του 19ου αι., επιδιώκοντας να δείξει ότι η γλώσσα, εκτός από κληρονομημένη μνήμη (προπολεμικά οι αναλφάβητοι Ελληνες καταλάβαιναν τις ακολουθίες στην εκκλησία κι ας μην είχαν διδαχθεί αρχαία ελληνικά), είναι ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και αλλάζει, επιβεβαιώνοντας τη συνέχεια της ελληνικής και τη ζωντάνια και την ομορφιά παλαιότερων γλωσσικών της φάσεων. Το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», που δημοσίευσε το περιοδικό «Εστία» σε δύο συνέχειες το 1883, φέρει ήδη τη γλώσσα του Ανδρέα Εμπειρίκου, όπως κι ένα σταθερό μοτίβο στο έργο του υπερρεαλιστή ποιητή: την αποθέωση της γυναικείας ομορφιάς στο πρώτο της άνθισμα.

Αν η ομορφιά της γλώσσας είναι ένα βασικό κριτήριο για τα κείμενα που επιλέγει ο Κώστας Παπακωνσταντίνου (μέχρι τώρα έχει ασχοληθεί με ιστορίες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Αργύρη Εφταλιώτη και του Μιχαήλ Μητσάκη), το άλλο είναι η εγγενής θεατρικότητά τους. Το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως» εκ γραφής τη διαθέτει – ο Παναγιώτης Μουλλάς σωστά έχει επισημάνει ότι διαρθρώνεται σε έξι διακριτές σκηνές. Εγκαινιάζοντας μια αίθουσα της Μουσικής Βιβλιοθήκης για παραστάσεις ενηλίκων κάθε Δευτέρα και Τρίτη βράδυ, επένδυσε στο να ακουστεί καλά ο λόγος, μια που ο χώρος δεν ευνοεί τη δημιουργία δραματικού κλίματος. Πράγματι οι ηθοποιοί (εκτός από τον σκηνοθέτη, ο Ελισσαίος Βλάχος και η Αγγελική Μαρίνου) εντυπωσιάζουν με τη φυσικότητα με την οποία μιλούν τη γλώσσα του Βιζυηνού. Ειδικά ο Ελισσαίος Βλάχος (απολαυστικός!) δείχνει τι θα πει γλώσσα βιωμένη – και ερμηνεία που παρ-ακολουθεί τον ρυθμό και το νόημα του πρωτοτύπου. Με τη συνδρομή της κινησιολογίας της Μαργαρίτας Τρίκκα και τη μουσική που συνέθεσε και παίζει στο πιάνο ο Νίκος Κολλάρος, το μικρό σύνολο πέτυχε να μας παρασύρει η γλωσσική και αφηγηματική γοητεία του παλιού κειμένου.

Δεν συνέβη το ίδιο μ’ ένα ακόμη πιο παλιό κείμενο, τον «Οδοιπόρο» (1831, η πρώτη εκδοχή του) του Παναγιώτη Σούτσου, που παρουσιάζει στο θέατρο Θησείον η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη. Δραματικό ποίημα κλασικίζουσας μορφής αλλά ρομαντικού πνεύματος, γράφτηκε για να αναγνωστεί και όχι για να παιχθεί στη σκηνή. Η Ραλλού και ο Οδοιπόρος αγαπήθηκαν παθιασμένα πριν από οκτώ χρόνια, αλλά ο άνδρας έφυγε για τον πόλεμο και οι εραστές χάθηκαν. Θα ξαναβρεθούν στον Αθω, εκείνος θλιμμένος και απόμακρος ταξιδιώτης, εκείνη απομονωμένη στη θλίψη της εγκατάλειψής της, όχι για να ζήσουν μαζί αλλά για να ενωθούν για πάντα με τον θάνατό τους.

Η νύχτα, η υποβλητική φύση, τα φαντάσματα, ο έρως ως δύναμη θανάτου, η τρέλα και η αυτοκτονία της ηρωίδας σ’ ένα θεοσεβούμενο περιβάλλον όπου μοναχοί παρακολουθούν τα πάθη των κεντρικών ηρώων, χωρίς να μπορούν να τους παρηγορήσουν, εξασφαλίζουν την έντονα δραματική ατμόσφαιρα του έργου. Γι’ αυτό το μεγάλο στοίχημα είναι πώς θα αποδοθεί ο λόγος, με τα πλούσια μετρικά σχήματα (και τη ζευγαρωτή ή πλεκτή ομοιοκαταληξία), ώστε το κοινό να μη βαρεθεί. Δυστυχώς, παρά τις ευγενείς προθέσεις και την κοπιώδη εργασία, το στοίχημα χάθηκε.

Η Ελληνικιώτη επενέβη στο έργο με τρόπο που χάθηκαν οι αφηγηματικές σταθερές: άλλαξαν τα δραματικά πρόσωπα (καταργήθηκαν οι δύο μοναχοί και προστέθηκε μία γυναίκα), μετακινήθηκαν σκηνές σε άλλη θέση και προστέθηκαν ποιήματα τρίτων, του 19ου και του 20ού αι., στη θέση κάποιων μονολόγων του πρωτοτύπου. Προσθέτοντας και ένα κείμενο του καλού ποιητή Γιώργου Πρεβερουδάκη, στο τέλος το μόνο σαφές είναι η δραματουργική σύγχυση (ως προς τα πρόσωπα και τις καταστάσεις). Στο πλαίσιο αυτό οι προσπάθειες της Μαρίας Κίτσου, του Δημήτρη Δρόσου, της Μαρίας Μαμούρη και της Θεοδοσίας Σαββάκη θυσιάστηκαν στη μεταδραματική ελευθεριότητα.

Τουλάχιστον στο θέατρο Θησείον ήδη από τον τίτλο («Θα ονειρεύεσαι πάλι μια καινούρια φορεσιά») δηλώνεται η απόσταση από το δραματικό ποίημα του Σούτσου. Αντιθέτως, στα «Τέσσερα κοριτσάκια» που παρουσιάζει ο τριαντάχρονος Χρήστος Καρασαββίδης στο θέατρο Tempus Verum, αν δεν το έχεις ψάξει πριν, νομίζεις πως θα δεις το υπερρεαλιστικό θεατρικό έργο που έγραψε ο Πικάσο το 1948.

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για κείμενο που διατηρεί μεγάλα μέρη του πρωτοτύπου, αλλά στα οποία έχουν προστεθεί απαράδεκτης ελαφρότητας και διδακτισμού κείμενα του σκηνοθέτη, μαζί με εντελώς περιττές πληροφορίες για τον Β΄ Π.Π., καταδικαστικούς αφορισμούς για τον πόλεμο, τους φασίστες και τη Χρυσή Αυγή (!) αλλά και δήθεν χαριτωμένο, «κοριτσίστικο» κήρυγμα για την ανάγκη να είμαστε καλοί άνθρωποι.

Αν τώρα συνυπολογίσετε το αχαρακτήριστο σάουντρακ της παράστασης (από Ευανθία Ρεμπούτσικα έως Χανς Ζίμερ!), ένα χρονικό διάστημα που επιβάλλεται στους θεατές να ακούσουν τον περισπούδαστο λόγο στο βαθύ σκοτάδι, τα προβλήματα σε όλα τα επιμέρους στοιχεία (από τις ερμηνείες έως τη διαμόρφωση του σκηνικού χώρου), αντιλαμβάνεστε ότι η παρακολούθηση των 100 λεπτών της παράστασης καταλήγει μαρτύριο. Που ξεκινά ήδη από τη σκέψη να ζωντανέψει ένα παιχνίδι λέξεων και φράσεων συνειρμικής ροής, που ο Πικάσο δεν έγραψε για τη σκηνή αλλά στο πλαίσιο της πολυσχιδούς και ακατάβλητης δημιουργικότητάς του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ