Σεραφείμ Κωνσταντινίδης ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Το ρίσκο των αισιόδοξων προβλέψεων

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενοχλητικές οι απαισιόδοξες προβλέψεις. Κανείς δεν τις θέλει. Οπως εύστοχα γράφει ένας από τους θεωρητικούς της χειραγώγησης της κοινής γνώμης, ο Εντουαρντ Μπερνέζ, «η προπαγάνδα είναι άχρηστη για τον πολιτικό, εκτός και αν έχει κάτι να πει που το κοινό συνειδητά ή ασυνείδητα θέλει να ακούσει» (Προπαγάνδα, Εκδόσεις Νεφέλη).

Ευχάριστα ακούγεται στην ελληνική κοινή γνώμη η πρόβλεψη ότι η οικονομία θα πάει καλά. Και μάλιστα από τον ίδιο τον πρωθυπουργό Αλ. Τσίπρα, ο οποίος τον Δεκέμβριο που πέρασε, λίγο πριν ξεκινήσει το σωτήριον έτος 2018, ανήγγειλε τα ευχάριστα: «Το 2018 θα είναι ένα έτος ορόσημο για την Ελλάδα και την ελληνική οικονομία, με τη χώρα να αφήνει πίσω της τα μνημόνια τον Αύγουστο του 2018, και μαζί τους, θα έλεγα, μια ολόκληρη εποχή, μια ολόκληρη ιστορική εποχή, και να εισέρχεται στην επόμενη μέρα με ισχυρά ποσοστά ανάπτυξης…».
Καθώς βρισκόμαστε στα μέσα Οκτωβρίου, μπορούμε να διαπιστώσουμε πόσο ακριβείς ήταν οι επίσημες προβλέψεις για την ελληνική οικονομία.

Στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που κατέθεσε η κυβέρνηση πέρυσι στη Βουλή, διατηρήθηκε η αισιόδοξη σιγουριά. Η αύξηση του ΑΕΠ το 2018 θα ήταν 2,4%. Αργότερα, στον προϋπολογισμό του 2018, η αισιοδοξία των κυβερνητικών παραγόντων ενισχύθηκε. Προφανώς βόλευε να κάνουν τους λογαριασμούς τους με μεγαλύτερη αύξηση του ΑΕΠ και τοποθετήθηκε στο 2,5%.

Τι έγινε στο πρώτο εξάμηνο για το οποίο έχουμε στοιχεία; Το πρώτο τρίμηνο η αύξηση του ΑΕΠ ήταν 0,9% και το δεύτερο τρίμηνο 0,2%. Αθροιστικά, το πρώτο εξάμηνο η αύξηση του ΑΕΠ ήταν 0,55%. Η απλή αριθμητική μάς λέει ότι το δεύτερο εξάμηνο πρέπει να πετύχει η ελληνική οικονομία αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 4% προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος του προϋπολογισμού. Η αύξηση του ΑΕΠ, όμως, δεν είναι δώρο που έρχεται αναπάντεχα. Πρέπει να προκύψει από γεγονότα όπως π.χ. οι επενδύσεις. Η προϋπόθεση για να πετύχουμε την αύξηση ΑΕΠ-στόχο του προϋπολογισμού ήταν να έχουμε αύξηση επενδύσεων κατά 11,4%. Δυστυχώς στην πραγματικότητα μειώθηκαν 8,4% το πρώτο εξάμηνο. Οι επενδύσεις που περιμέναμε δεν ήρθαν.

Κι αυτό, παρότι η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών παρουσίασε αύξηση το 2017 (+1,6%) για πρώτη φορά από το 2008, ακολουθώντας τη βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης και την ενίσχυση της απασχόλησης (2,1%) και των αμοιβών ανά μισθωτό (0,1%) το 2017.

Η αναμενόμενη αύξηση του ΑΕΠ φέτος αποδεικνύεται ανέφικτη. Οι αισιόδοξες εκτιμήσεις ήταν ασκήσεις προπαγάνδας. Ζέσταναν τις καρδιές του ακροατήριου, αλλά δεν αποδείχθηκαν ικανές να κινήσουν τους τροχούς της οικονομίας.

Και όταν δεν αυξάνεται το ΑΕΠ, όλα ακολουθούν δυσμενέστερη πορεία. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι μεγαλύτερο, το ιδιωτικό χρέος φαίνεται μεγαλύτερο σε σχέση με το ΑΕΠ, όλες οι επιδόσεις είναι λίγο χειρότερες.

Τώρα οι κυβερνητικές ασκήσεις υπεραισιοδοξίας μετακινήθηκαν. Η επόμενη διετία είναι το στοίχημα για την οικονομία. Ποιος αμφιβάλλει ότι έρχεται η ώρα της μεγάλης ανάπτυξης; Ετοιμάζονται νέες, «έγκυρες» προφανώς, προβλέψεις.

Μάλλον αγνοούν ότι καλύτερες προβλέψεις είναι αυτές που αφορούν το μακρινό μέλλον. Κανείς δεν θα τις θυμάται ύστερα από είκοσι, τριάντα χρόνια, ούτε θα γνωρίζει αν επιβεβαιώθηκαν. Αντίθετα, θα θυμούνται όσα άκουσαν πέρυσι και δεν ισχύουν. Κυρίως, αν τα είχαν πιστέψει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ