ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Παλιές πληγές, νέα λάθη

ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΑΝΙΩΤΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν η αντιπαράθεση για το όνομα της ΠΓΔΜ ήταν απλώς η σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ακραίες θέσεις –«η Μακεδονία είναι ελληνική και μόνο ελληνική» από τη μια πλευρά και «είμαστε οι απόγονοι των Μακεδόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου» από την άλλη– η λύση ίσως να ήταν εύκολη, γιατί και οι δύο θέσεις είναι ανυπόστατες.

Ο γεωγραφικός όρος «Μακεδονία» χρησιμοποιούνταν ήδη από την αρχαιότητα για μια περιοχή που καλύπτει μεγάλο μέρος των εδαφών της ΠΓΔΜ. Ο Στράβων είναι σαφής: «Τις περιοχές γύρω από τη Λυγκηστό, την Πελαγονία, την Ορεστιάδα και την Ελίμεια τις ονόμαζαν άνω Μακεδονία». Σημερινές πόλεις της ΠΓΔΜ ήταν πόλεις της άνω Μακεδονίας: η Λύχνιδος (Αχρίδα), η Ηράκλεια Λυγκηστίς (Μπίτολα) και τα Στύβερρα (Πρίλεπ)· εκεί γεννήθηκε ο «Αντίγονος Ηρακλείτου Στυβερραίος Μακεδών», στρατηγός του Φιλίππου Ε΄. Οταν ο Μαργαρίτης Δημίτσας περιελάμβανε και τις επιγραφές της σημερινής ΠΓΔΜ στο βιβλίο του «Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγομένοις και μνημείοις σωζομένοις» (1896), δεν ήταν προδότης εθνικών δικαίων· απλώς γνώριζε Ιστορία. Οποιος αρνείται το γεωγραφικό όνομα Μακεδονία για περιοχές βορείως των ελληνικών συνόρων παραποιεί την Ιστορία.

Εξίσου ανυπόστατη είναι προφανώς και η πίστη μεγάλης μερίδας των κατοίκων της ΠΓΔΜ ότι είναι οι γνήσιοι και απευθείας απόγονοι των Μακεδόνων του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου και η αμφισβήτηση της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων. Οι αρχαίοι Μακεδόνες μιλούσαν ελληνική διάλεκτο, λάτρευαν ελληνικούς θεούς και έδιναν στα παιδιά τους και τις πόλεις τους ελληνικά ονόματα. Οργανωμένοι στο «Κοινό των Μακεδόνων» διατήρησαν κάποια ταυτότητα ώς τα τέλη περίπου του 3ου μ.Χ. αιώνα. Διοικητικές μεταρρυθμίσεις και μετακινήσεις πληθυσμών τους έριξαν στο βαλκανικό χωνευτήρι των λαών, απ’ όπου τον 19ο και 20ο αιώνα αναδύθηκαν νέοι Μακεδόνες μέσα από διαδικασίες εθνογένεσης.

Αμιγείς πληθυσμοί και φυλετικές συνέχειες δεν υπάρχουν στα Βαλκάνια.

Μακάρι τα πολιτικά προβλήματα να τα έλυνε η ιστορική έρευνα. Αλλά μακάρι και να χαιρόμασταν που κάποιοι στην ΠΓΔΜ θεωρούν τους εαυτούς τους απογόνους των Μακεδόνων του Αλεξάνδρου, όπως χαιρόμαστε όταν κάποιες φυλές στο Αφγανιστάν αναγνωρίζονται ως απόγονοι των στρατιωτών του. Μακάρι μαθητές σε σχολεία της ΠΓΔΜ να επισκέπτονταν τους βασιλικούς τάφους στη Βεργίνα ή στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης προσκεκλημένοι ελληνικών δήμων. Γιατί λείπει η νηφαλιότητα στην αντιμετώπιση του μακεδονικού προβλήματος;
Γιατί η ουσία του δεν είναι δύο ακραίες και ανιστόρητες θέσεις, αλλά πληγές ανοικτές επί 120 χρόνια, η αμοιβαία δυσπιστία και ο φόβος του αλυτρωτισμού. Είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν από το ατυχές 1993 και την αφελή αντίληψη του Αντώνη Σαμαρά ότι ο χρόνος δουλεύει προς όφελος της Ελλάδας. Σε αυτό το διάστημα, όσο το όνομα «Μακεδονία» καθιερωνόταν ντε φάκτο διεθνώς ως όνομα της ΠΓΔΜ, δεν γίνονταν σοβαρές και συστηματικές προσπάθειες για τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας εμπιστοσύνης. Δεν θυμάμαι η ελληνική κρατική τηλεόραση να φιλοξένησε καμιά συζήτηση ανάμεσα σε ιστορικούς των δύο χωρών· δεν θυμάμαι να έγιναν προσπάθειες για κάποιο διάλογο πέρα από τους συνομιλητές του κ. Νίμιτς.

Δυστυχώς, ούτε η βεβιασμένη πορεία προς τη συμφωνία των Πρεσπών ούτε όσα ακολούθησαν την υπογραφή της έκλεισαν πληγές ή εξάλειψαν φόβους. Αν η πρόταση του κ. Ζάεφ για την ονομασία «Μακεδονία του Ιλιντεν» θα έπρεπε ήδη να είναι προειδοποίηση για τις διαθέσεις του, οι συνεχείς δηλώσεις του περί μακεδονικού έθνους και στρατού και μακεδονικής γλώσσας και ταυτότητας δεν αφήνουν πολλές ελπίδες ότι έχει την πρόθεση να υποχωρήσει απέναντι σε αυτά που θεωρεί κεκτημένα.

Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση –ονειρευόμενη ίσως κάποια οικονομικά ανταλλάγματα που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν– δεν αξιοποίησε την κάποια θέση ισχύος που της εξασφαλίζει η συμμετοχή της στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Δεν πίεσε για το όνομα «Νέα Μακεδονία», που θα μπορούσε να γίνει η βάση για μια νέα εθνότητα, διακριτή από τους αρχαίους Μακεδόνες. Δέχθηκε το όνομα «Βόρεια Μακεδονία», μολονότι υπονοεί μια διχοτόμηση της Μακεδονίας και διαιωνίζει τον αλυτρωτισμό. Τη διευθέτηση σοβαρών πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων τη μετέθεσε στο μέλλον. Οι κ. Τσίπρας και Κοτζιάς έφεραν τη χώρα σε ένα αδιέξοδο: είτε η Ελλάδα θα επικυρώσει μια συμφωνία που εγκυμονεί προβλήματα, είτε θα την απορρίψει και θα στιγματιστεί ως αναξιόπιστη, ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο προς την οριστική αναγνώριση της ΠΓΔΜ ως «Μακεδονίας», νέτα σκέτα.

Αν υπάρχουν ακόμα δυνατότητες να ξεφύγει η Ελλάδα από αυτό το δίλημμα, στηριζόμενη σε ενέργειες της ΠΓΔΜ που αντιβαίνουν προς τη συμφωνία, δεν δείχνει να τις εκμεταλλεύεται. Η επιπολαιότητα συνεχίζεται. Ανακοινώθηκαν τα μέλη της Μεικτής Διεπιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Ελλάδας και ΠΓΔΜ. Αποστολή τους είναι η εξέταση του σχολικού υλικού με βάση «αυθεντικές, στοιχειοθετημένες και επιστημονικά στέρεες ιστορικές πηγές και αρχαιολογικά ευρήματα». Στην επιτροπή δεν συμμετέχει ούτε ένας αρχαίος ιστορικός, ούτε ένας αρχαιολόγος, ούτε ένας βυζαντινολόγος. Η Ελλάδα εκπροσωπείται από σλαβολόγους και βαλκανολόγους, καθ’ όλα σεβαστούς επιστήμονες στον τομέα τους.

Με ποιες γνώσεις όμως θα εξετάσουν τις προ του 19ου αιώνα ιστορικές πηγές και τα αρχαιολογικά ευρήματα; Ζητείται επειγόντως σοβαρότητα. Τα περιθώρια για άστοχες ενέργειες έχουν εξαντληθεί.

* Ο κ. Αγγελος Χανιώτης είναι καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας, Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών Πρίνστον και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ