ΕΛΛΑΔΑ

Ενα μυσταγωγικό βυζαντινό δειπνοτράπεζο στην Κοσμοσώτειρα Φερών

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Η Παναγία Κοσμοσώτειρα στις Φέρες είναι το πιο αγαπημένο μνημείο των απανταχού Θρακιωτών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

Τους σκέφτομαι σαν τους φύλακες αγγέλους ενός τόπου. Είναι εκείνοι που τον προστατεύουν από τη λήθη, κρατούν ζωντανές τις παραδόσεις και τις μνήμες. Κάνουν και κάτι σπουδαιότερο: με τις γνώσεις τους σε βάζουν και φτερουγίζεις μαζί τους πάνω από την ιστορία, τα δάση, τα χωριά, τα ποτάμια. Στο τέλος τα αγαπάς σαν δικά σου. Σε αυτήν τη σπάνια συνομοταξία ανήκει η Αγγελική Γιαννακίδου. Είχα την τεράστια τύχη να δω μέσα από το βλέμμα και τις διηγήσεις της μια εκπληκτικά όμορφη (μα ξεχασμένη) εσχατιά της Ελλάδας. Η ιδρύτρια του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης συγκέντρωσε με ίδιους οικονομικούς πόρους χιλιάδες αντικείμενα από την ευρύτερη περιοχή. Τα ξετρύπωσε από γκρεμισμένα σπίτια, παλιά εργοστάσια, αγροικίες, σεντούκια. Και κάπως έτσι έφτιαξε μια εκπληκτική συλλογή που στεγάζεται σε ένα από τα πιο ωραία νεοκλασικά της Αλεξανδρούπολης. Μαζί ξετρύπωσε και τους ανθρώπους: από μάστορες μέχρι ψαράδες και γεωργούς και χτίστες, Θρακιώτες, Πομάκους και Τούρκους, όλοι είχαν τις δικές τους ισάξιες αφηγήσεις.

Οταν πριν από λίγο καιρό μου ανακοίνωσε πως ετοίμαζε ένα «βυζαντινό δειπνοτράπεζο» για φίλους σ’ ένα από τα πιο σημαντικά ακριτικά μνημεία, την Παναγία Κοσμοσώτειρα στις Φέρες, δεν υπήρχε περίπτωση να μην πάω. Ιδού το σκηνικό: ώρα απογευματινή, στον περίβολο της εκκλησίας που κτίστηκε το 1151 μ.Χ. Η Κοσμοσώτειρα είναι το μόνο τμήμα ενός μεγάλου μοναστηριακού συγκροτήματος με κτήτορα τον Ισαάκιο Κομνηνό που έχει μείνει όρθιο. Ο ήλιος που έδυε είχε θερμάνει τις πέτρες των εξωτερικών τοίχων. Οταν τις άγγιζες ήταν σαν να ακουμπάς ζεστό ανθρώπινο σώμα. Οι ξύλινες τάβλες στα τραπέζια ήταν πόρτες από την Καππαδοκία του 19ου αιώνα που είχε κουβαλήσει η Γιαννακίδη από κάποιο ταξίδι της. Τα σκεύη ήταν από το τελευταίο Χάνι της Ξάνθης του 1869, τα μαχαιροπίρουνα τα παρήγγειλε σε έναν από τους τελευταίους σιδεράδες.


Το ωραίο τραπέζι που στήθηκε στον περίβολο του μνημείου με τις πόρτες από την Καππαδοκία.

Ο κατάλογος των εδεσμάτων, που ετοίμασε ο συνεργάτης του Μουσείου, Μιχάλης Ζευγουλάς, σε πήγαινε πίσω 1.000 χρόνια: για τα πρόδειπνα είχαμε ελιές κολυμβάδες βουτηγμένες στο πετιμέζι με αμύγδαλα (νοστιμότατο amuse bouche), φέτες από βοδινό καπνιστό που ήταν μια από τις διαδεδομένες μεθόδους συντήρησης, κρίθινα παξιμαδάκια, ξυλάγγουρα και ραπανάκια που λάτρευαν οι Βυζαντινοί.

Ως προδόρπια, φασόλια μαυρομάτικα με βλήτα, σκορδάτο πουρέ με ρεβίθια και ψητά καρότα. Για το δείπνο: οφτή όρνιθα σαβόρο (άλλη μια ωραία μέθοδος συντήρησης τροφίμων που κράτησαν κυρίως στις Κυκλάδες) με σάλτσα από πετιμέζι, μικρά τηγανητά ψαράκια και συνοδεία από πλιγούρι. Και για επίδειπνα, λαλαγγίτες (επιζούν στη Λακωνία) και κονδίτης οίνος (ζεστό κρασί με διάφορα μπαχάρια).

Ο εθνομουσικολόγος Παναγιώτης Στουπιάδης είχε κάτσει από νωρίς στην αυλή να παίζει το ούτι του «για να πάρει τη ζεστασιά του χώρου», ενώ λίγο αργότερα η Κατίνα και ο Βασίλης Φαρασόπουλος, με ρίζα καππαδοκική ερμήνευσαν τραγούδια της ελληνικής τουρκόφωνης κοινότητας μαζί με τον Γιάννη Παγκοζίδη. Την οικονομική της στήριξη προσέφερε η Συνεταιριστική Τράπεζα Εβρου και τη συνεργασία της η τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων. Εφυγα από τη Θράκη γεμάτη ευγνωμοσύνη. Σαν να ξαναγυρίσαμε πίσω στις «αγάπες», στα κοινά γεύματα των πρώτων χριστιανών, με το τελετουργικό του μοιράσματος της τροφής με τον πλησίον να φτάνει μέχρι σήμερα μέσα από τη Θεία Ευχαριστία. Ηταν μία από αυτές τις μυσταγωγικές εμπειρίες που υπενθυμίζουν πόσο τυχεροί είμαστε που γεννηθήκαμε στην Ελλάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ