Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

Ο βραχύς πολιτικός χρόνος υπονομεύει την οικονομία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​Η ελληνική οικονομία παραμένει αδύναμη, η αγορά της ρηχή και το παραγωγικό μοντέλο γεμάτο στρεβλώσεις που μάλλον έχουν αυξηθεί παρά υποχωρήσει μετά τα μνημόνια. Παρά τη μείωση του κόστους παραγωγής, η ζητούμενη αύξηση της παραγωγικότητας σκοντάφτει στην επιδείνωση του δημογραφικού προβλήματος, ενώ το δύσκαμπτο ρυθμιστικό περιβάλλον και το προβληματικό νομικό πλαίσιο αποθαρρύνουν επενδύσεις στην τεχνολογία.

Ομως η προσέλκυση ξένων επενδύσεων είναι ο μόνος τρόπος να αναπτυχθεί η ελληνική οικονομία, με δεδομένη την αδυναμία των ελληνικών τραπεζών. Παρά τα αντικειμενικά εμπόδια, χάρη στο ανθρώπινο δυναμικό της και τις πρωτοβουλίες νέων κυρίως ανθρώπων της διασποράς, η χώρα προσελκύει από καιρό σε καιρό κάποιο εντυπωσιακό όνομα, όπως πρόσφατα της Tesla. Αλλά η καθαρή εισροή ξένων επενδύσεων ανήλθε μόλις στο 2% του ΑΕΠ τα τελευταία δύο χρόνια, ενώ όπως δείχνουν τα spreads των ελληνικών ομολόγων οι αγορές αποδεικνύονται ακόμη πιο δύσπιστες – και το διεθνές κλίμα δεν είναι ευνοϊκό.

Το ΔΝΤ μείωσε τις εκτιμήσεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη και το πρώην στέλεχός του Ασόκα Μόντι προειδοποίησε ότι θα πέσει πάλι έξω, προβλέποντας ότι η πραγματικότητα θα είναι χειρότερη από τις εκτιμήσεις του Ταμείου. Η επιμονή στην «καθαρή» έξοδο μπορεί να ήταν πολιτικά αρεστή, αλλά δεν έκανε τίποτε άλλο από το να υπογραμμίζει πόσο ευάλωτη είναι η ανάκαμψη. Βεβαίως, η κυβέρνηση κέρδισε χρόνο, και στην πολιτική ο χρόνος είναι ο στόχος. Αλλά οι όροι της εξόδου δεν είναι ευνοϊκοί. Η χώρα παραμένει δεσμευμένη σε υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, που περιορίζουν τις πολιτικές επιλογές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενόψει μίας εκλογικής χρονιάς, η κυβέρνηση έχει επικεντρώσει τις προσπάθειές της στην ακύρωση της νέας περικοπής των συντάξεων, θυσιάζοντας στην πορεία τα μέτρα μείωσης της φορολογίας που είχαν στόχο να τονώσουν την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη.

Βεβαίως, τα περισσότερα από τα μέτρα που καλείται να εφαρμόσει η χώρα έχουν ως στόχο να ολοκληρώσουν τις μεταρρυθμίσεις που θα ανοίξουν την οικονομία στον ανταγωνισμό. Οπως ωστόσο τόνισε πρόσφατα από την Αθήνα ο συνεργάτης του Iνστιτούτου Bruegel Ζολτ Νταρβάς, «η στενή παρακολούθηση και η μακρά και λεπτομερής λίστα των μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεων μοιάζουν πολύ με τις συνθήκες των τελευταίων οκτώ ετών, ακόμη και αν τα προγράμματα οικονομικής βοήθειας έχουν επισήμως τελειώσει». Και μπορεί οι πολιτικοί με τη βραχυπρόθεσμη ατζέντα τους να εστιάζουν στη δημιουργία εντυπώσεων, αλλά το ζητούμενο για την Ελλάδα είναι να αποφύγει να κατρακυλήσει πάλι στα προγράμματα στήριξης. Και ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό είναι να τηρήσει τις δεσμεύσεις της, ώστε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών και να έρθουν επενδύσεις. Οπως προειδοποιεί ο κ. Νταρβάς, αν δεν επιτευχθεί αυτό ο ρυθμός ανάπτυξης θα βαλτώσει, καθιστώντας δύσκολη την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων. Τότε θα χρειαστεί ένας νέος γύρος λιτότητας, και μία νέα κρίση χρέους είναι πιθανή.

Αυτό εννοεί και ο πρώην υπουργός Οικονομικών Αλέκος Παπαδόπουλος όταν λέει ότι η Ελλάδα «οδηγείται στον σκοτεινό δρόμο της Αργεντινής». Σημειώνοντας την καθήλωση των μακροοικονομικών στοιχείων, την αποεπένδυση της χώρας και τις υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις του προϋπολογισμού, ο κ. Παπαδόπουλος τόνισε ότι όπως η Αργεντινή αναγκάσθηκε να στραφεί εκ νέου στη διεθνή βοήθεια, έτσι θα αναγκαστεί να κάνει και η Ελλάδα, αν δεν προσελκύσει νέο κύμα επενδύσεων. Αλλά για να το επιτύχει αυτό, οι πολιτικοί της πρέπει να σκεφτούν πιο μακροπρόθεσμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ