ΘΕΑΤΡΟ

Το πικρό «ξύπνημα» του Βασίλη

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Η παράσταση που ανεβαίνει στη Σκηνή Ν. Κούρκουλος του Εθνικού διατηρεί τη γλώσσα και το κείμενο του Ψαθά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Μαύρα κοράκια, κόκκινα κοράκια», ξεκινούσε την απαγγελία του ο ποιητής Φανφάρας μπροστά στον «κοιμώμενο» Βασίλη Βασιλάκη. Είναι μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές της πετυχημένης ταινίας «Ξύπνα Βασίλη» του Δημήτρη Ψαθά με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Κωνσταντίνου στον συντηρητικό Βασίλη και τον Αλέκο Αλεξανδράκη στον σοσιαλιστή και επαναστάτη Μάνο. Οσο η ταινία προχωράει όμως, ένα στοιχείο που κρατιέται στην περιφέρεια των διαλόγων –η μανία του Βασίλη με τα λαχεία– αποκτά κυρίαρχη θέση. Οταν ο Μάνος κερδίζει το λαχείο οι ιδεολογίες ξεχνιούνται, οι ισορροπίες ανατρέπονται και τα συναισθήματα αλλάζουν μπροστά στο νέο διακύβευμα που καθορίζει τις ζωές των πρωταγωνιστών: το χρήμα.

Δεν ήταν όμως αυτά τα στοιχεία που έκαναν τον σκηνοθέτη Αρη Μπινιάρη να δεχτεί την πρόταση του Στάθη Λιβαθινού, σε μια περίοδο που αρκετά έργα του παλιού ελληνικού κινηματογράφου μεταφέρονται στο θεατρικό σανίδι. Οπως μας λέει, πρόκειται για διασκευή που εστιάζει σε όσα δεν λέγονται στην ταινία, την οποία είδε ξανά με αφορμή την πρόταση του Εθνικού και «ξύπνησε» κάτι μέσα του. «Είχα ένα σφίξιμο και μια θλίψη για τα πρόσωπα της ταινίας. Μετά διάβασα το κείμενο. Πήρα χρόνο για να είμαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Είχα αναστατωθεί, με έβγαλε από τη ρότα μου. Ηταν ένα ξύπνημα ναι, και κυριολεκτικά, έχασα τον ύπνο μου. Μου δημιούργησε εκείνη την ευχάριστη ταραχή, που σε βγάζει από την πεπατημένη των σκέψεών σου και συνειδητοποιείς ότι αυτό είναι τελικά το επόμενο βήμα και όχι κάτι που θα ήταν πιο αναμενόμενο από εμένα», μας λέει ο σκηνοθέτης.

Οπως είχε πει και ο ίδιος ο Ψαθάς στην πρώτη θεατρική παρουσίαση του έργου το 1965, σκοπός του ήταν να πάει πέρα από τις ιδεολογίες, «να ψάξει πίσω από αυτές, τους ίδιους τους ανθρώπους» και να γράψει «μια κωμωδία της ζωής» με όλο το δραματικό υπόστρωμά της. Βλέποντας την ταινία και διαβάζοντας το θεατρικό κείμενο, ο Αρης Μπινιάρης απολάμβανε τη διακωμώδηση των γεγονότων, ενώ ένιωθε, σημειώνει, «μια υποβόσκουσα αγωνία και ταραχή» να διατρέχει την πορεία των γεγονότων. Τη μοναξιά των προσώπων έρχεται να καλύψει ο ιδεολογικός παροξυσμός. «Εχω εστιάσει πολύ στο θέμα της δυσκολίας των προσώπων να συνδεθούν και να αναπτύξουν σχέσεις. Αυτό παρατηρούσα εκείνη την ώρα. Είναι μια πικρή ιστορία, και το έχουμε τονίσει στο έργο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο καλύπτουμε αυτή τη δυσκολία να συνδεθούμε με όλα τα υπόλοιπα που υποτίθεται ότι έχουμε ανάγκη. Εχουμε τόσο ανάγκη το χρήμα για να είμαστε ευτυχισμένοι;».

Η παράσταση διατηρεί τη γλώσσα και το κείμενο του Δημ. Ψαθά. Ο γρήγορος ρυθμός και ο σωματικός τρόπος με τον οποίο οι ηθοποιοί της εποχής έπαιζαν τον ρόλο τους ήταν επίσης ένα πλούσιο κοίτασμα από το οποίο άντλησε ο σκηνοθέτης. «Καμιά φορά», μας λέει ο Αρ. Μπινιάρης, «κλείνω τα μάτια και ακούω την πρόβα». Η μουσική είναι αναπόσπαστο κομμάτι των παραστάσεών του και ο ίδιος νιώθει ότι πρέπει να στείλει στον θεατή κάτι παραπάνω από μια διανοητική πληροφορία, «έναν παλμό» που θα απευθύνεται σε όλες τις αισθήσεις του. Στο «Ξύπνα Βασίλη» ένα βιολί (Φώτης Σιώτας) και ένα κοντραμπάσο (Δημήτρης Τσεκούρας) με αρκετές δόσεις ηχητικής παραμόρφωσης θα δημιουργήσουν ένα σύγχρονο αστικό ηχοτοπίο. «Η μουσική έρχεται να σχολιάσει, να σημάνει ως παλμογράφος αυτές τις υπόγειες διεργασίες, της θλίψης που υπάρχει, της ταραχής που διατρέχει τα πρόσωπα, της αγωνίας, του φόβου. Θα σημάνει όσα δεν λέγονται μεταξύ των προσώπων».

Πάντως, ο ίδιος δεν σκόπευε ποτέ να ασχοληθεί με ένα έργο του ’60, όπως κάνουν τελευταία αρκετοί δημιουργοί. Το κοίταγμα στο παρελθόν ωστόσο μπορεί να κρύβει και ένα κενό στη σύγχρονη ελληνική γραφή, όπως λέει, ή μια ανάγκη επαναπροσδιορισμού. «Νιώθω ότι είμαστε σε μια αναμονή προκειμένου να γίνει κάτι δυνατό. Σίγουρα γίνονται σημαντικά πράγματα και τώρα, δεν είμαι από αυτούς που λένε ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Αλλά πολλές φορές νιώθω την ανάγκη να πάω πίσω επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση μου με κάποια πράγματα μη όντας έτοιμος να τοποθετηθώ. Χρειάζομαι ακόμα να πάω μέσω του Σκαρίμπα, της Ιστορίας για να βρω τη θέση μου σήμερα».

​​Eθνικό Θέατρο, Σκηνή Νίκος Κούρκουλος, έως 3 Φεβρουαρίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ