Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η αλήθεια που μας αρέσει

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καθώς το αεροπλάνο έφτανε στο αεροδρόμιο του Πίτσμπεργκ, η κυρία που καθόταν δίπλα μου μου έπιασε την κουβέντα. Την έλεγαν Σούζαν και ήταν η αρχετυπική οπαδός του Τραμπ, από αυτές που βλέπουμε στις παλαβές ομιλίες στην τηλεόραση. Μεταξύ άλλων, με ενημέρωσε ότι η Χίλαρι Κλίντον είναι εγκληματίας, ότι όσοι ψηφίζουν Δημοκρατικούς είναι brainwashed από τα κανάλια, ότι ο Τραμπ βοηθάει τους μαύρους και τις γυναίκες, ότι ποτέ άλλοτε δεν υπήρχαν τόσες γυναίκες στο υπουργικό συμβούλιο, πως ο Τραμπ είναι απλά ένας άντρας και γι’ αυτό έλεγε αυτά που έλεγε για τις γυναίκες, και μάλιστα τότε δεν ήταν και παντρεμένος, ότι ο Ομπάμα ήταν μουσουλμάνος, ότι οι παππούδες του ήταν κομμουνιστές και τον μεγάλωσαν ως κομμουνιστή, ότι ο Ομπάμα μισεί την Αμερική και τους αμερικάνους από παιδί και, μετά από όλα αυτά, αφού πρώτα μεσολάβησε μια μικρή παύση, ότι επίσης ο Ομπάμα είναι και παιδόφιλος.

Στις δύο εβδομάδες που βρίσκομαι στις Ηνωμένες Πολιτείες είχα την ευκαιρία να μιλήσω με πολλούς ψηφοφόρους κάθε είδους και ιδεολογικής κλίσης. Αντίθετα με ότι συνέβαινε παλαιότερα οι Αμερικανοί είναι πλέον πολύ πιο πρόθυμοι να μιλάνε για τα πολιτικά με ανθρώπους που συναντούν στο δρόμο. Τα συμπεράσματα για τη Σούζαν, που βρίσκεται στο ένα άκρο, είναι συμπεράσματα που δεν χρειάζεται να ταξιδέψει κανείς στην Αμερική για να τα βγάλει. Είναι ακριβώς όπως τα φανταζόμαστε από εδώ, και εντελώς αντίστοιχα με αυτά που μπορούμε να βγάλουμε και για Έλληνες ή άλλους Ευρωπαίους ψηφοφόρους. Ένα μεγάλο ποσοστό του κόσμου επιλέγει ένα συγκεκριμένο αφήγημα (ότι οι ξένοι μας κλέβουν τη χώρα, ότι τα ΜΜΕ είναι εχθροί μας) και το κάνει μέρος της ταυτότητάς του και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αλλάξει απόψεις γιατί δεν είναι απλές απόψεις γι’ αυτούς τους ανθρώπους, είναι κομμάτι της ατομικής τους υπόστασης. Αν πας στη Σούζαν και της εξηγήσεις ότι και ο Ομπάμα και ο Κλίντον είχαν περισσότερες γυναίκες στα υπουργικά τους συμβούλια, θα σου πει ότι όχι, δεν ισχύει. Αν της υπενθυμίσεις πως όταν ο Τραμπ έλεγε αυτά που έλεγε όχι απλά δεν ήταν ανύπαντρος, αλλά νιόπαντρος, και ότι η γυναίκα του ήταν έγκυος στο πρώτο τους παιδί, θα σου αλλάξει την κουβέντα βρίζοντας αυτόν που διέρρευσε τη συνομιλία. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να της αλλάξεις την αλήθεια που έχει επιλέξει να πιστεύει, απλά λέγοντάς της την πραγματική αλήθεια. Το ξέρω, επειδή προσπάθησα.

Αλλά αυτό το ξέραμε. Αυτό που πολλοί δεν συνειδητοποιούμε είναι ότι το ίδιο συμβαίνει και στις άλλες ιδεολογικές κλίσεις. Μπορεί, όσο απομακρυνόμαστε από τα άκρα, όχι με την ίδια ένταση και την ίδια απολυτότητα, αλλά οπωσδήποτε συμβαίνει σε όλους μας. Αντιμετωπίζουμε όλοι την πραγματικότητα υποκειμενικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, αλλά ότι όλοι την προσεγγίζουμε μέσα από το πρίσμα της προσωπικής μας ταυτότητας.

Το περασμένο καλοκαίρι το Pew Research Center δημοσίευσε τα αποτελέσματα ενός ενδιαφέροντος πειράματος. Οι ερευνητές έθεσαν στους ερωτηθέντες δέκα φράσεις, και τους ζήτησαν να χαρακτηρήσουν την κάθε μία ως γεγονός (ή, καλύτερα “δεδομένο”, που είναι πιο ακριβής μετάφραση του “fact”) ή ως άποψη. “Οι μετανάστες που βρίσκονται στις ΗΠΑ έχουν κάποια δικαιώματα που προστατεύονται από το Σύνταγμα”, ήταν μία από τις φράσεις. Είναι δεδομένο ή άποψη; “Η δημοκρατία είναι η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης” ήταν μια άλλη. “Οι εκτρώσεις θα πρέπει να είναι νόμιμες στις περισσότερες περιπτώσεις”, μια τρίτη.  Στις περισσότερες περιπτώσεις (αλλά όχι σε όλες) η πλειοψηφία των ερωτηθέντων μπορούσε να ξεχωρίσει τις απόψεις από τα δεδομένα. Όταν όμως οι ερευνητές κοίταξαν πώς απαντούσαν αυτοί που αυτοχαρακτηρίζονταν ως Ρεπουμπλικάνοι και πώς αυτοί που αυτοχαρακτηρίζονταν ως Δημοκρατικοί, διαπίστωσαν ότι υπήρχαν μεγάλες και αξιοσημείωτες διαφορές. Το 19% των Δημοκρατικών, ας πούμε, απάντησαν πως η φράση “οι μετανάστες που βρίσκονται στις ΗΠΑ αποτελούν ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα για τη χώρα σήμερα” είναι δεδομένο, και όχι άποψη. Το αντίστοιχο ποσοστό στους Ρεπουμπλικάνους ήταν 50%. Το 89% των Δημοκρατικών απάντησε πως η φράση “ο Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα γεννήθηκε στις ΗΠΑ” είναι δεδομένο και όχι άποψη. Μόνο το 63% των Ρεπουμπλικάνων απάντησε το ίδιο.

Το συμπέρασμα ήταν προφανές: Η αντίληψή μας για το αν μια φράση είναι πραγματικό δεδομένο στοιχείο και τι είναι μια απλή γνώμη που μπορεί να έχει κανείς επηρεάζεται από το αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τη συγκεκριμένη φράση. Κι αυτό το παθαίνουν και Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι. Σε ένα άλλο παρόμοιο πείραμα ο πολιτικός επιστήμονας από το Πανεπιστήμιο του Πίτσμπεργκ Τζόναθαν Γουν εξέτασε πόσοι άνθρωποι πιστεύουν μια φράση όταν την ακούν σκέτη και πόσοι όταν αναφέρεται και το όνομα αυτού που την είπε. Η φράση ήταν “Οι μάνατζερ των hedge funds βγάζουν περισσότερα λεφτά από ό,τι όλοι οι δάσκαλοι των παιδικών σταθμών της χώρας μαζί” και τόσο οι Ρεπουμπλικάνοι όσο και οι Δημοκρατικοί την θεωρούσαν αληθινή σε παρόμοια ποσοστά. Όταν όμως ο ερευνητής τους ενημέρωνε πρώτα ότι τη φράση την είπε η Χίλαρι Κλίντον, πολύ λιγότεροι Ρεπουμπλικανοί την θεωρούσαν αληθινή. Ταυτόχρονα, όμως, αντίστοιχα πολύ περισσότεροι Δημοκρατικοί την θεωρούναν αληθινή.

Το να καταφέρει να πείσει κανείς ανθρώπους όπως τη Σούζαν να αλλάξουν την ίδια τους την ταυτότητα απλώς παραθέτωντας αληθινά στοιχεία είναι ανώφελο, χαμένος χρόνος. Αλλά πολλοί πίστευαν ότι τα στοιχεία και η αλήθεια μπορούν να αλλάξουν τις απόψεις και τις ιδέες άλλων, λιγότερο ακραίων και “περίεργων”. Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Αν θέλουμε να αναβαθμίσουμε το δημόσιο διάλογο, δεν αρκεί να τον γεμίσουμε με στοιχεία, νούμερα και αλήθειες, αλλά πρέπει να αλλάξουμε την ίδια του τη γλώσσα, να την εξελίξουμε, να την αναβαθμίσουμε, επειδή δεν απευθύνεται σε ρομπότ ψυχρής λογικής, αλλά σε ατελείς, ταλαιπωρημένους, συναισθηματικούς ανθρώπους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ