ΕΛΛΑΔΑ

Αλλη μία ρωγμή στη μνήμη της πόλης

ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Παλιά διαφημιστική αφίσα του εστιατορίου πολυτελείας «Κεντρικόν».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: MISE EN PLACE

Τ​​ελευταία φορά γευμάτισα εκεί ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι πριν από τρία χρόνια περίπου για τις ανάγκες μιας συνέντευξης.

Είχα απέναντί μου τον Νίκο Χατζηνικολάου, ομότιμο καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης στην Κρήτη, και κορυφαίο μελετητή του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και όσο μιλούσαμε για τον Ελ Γκρέκο, τσιμπολογούσαμε κολοκυθοκεφτέδες και λαχανοντολμάδες.

Το «Κεντρικόν» της οδού Κολοκοτρώνη ήταν ανέκαθεν βολικό σημείο για μεσημεριανά ραντεβού, για επαγγελματικές συναντήσεις και πολιτικές ζυμώσεις.

Γι’ αυτό και στα τραπέζια του συναντούσες βουλευτές, εμπόρους, συγγραφείς, καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, δημοσιογράφους, αλλά και τους τροϊκανούς που έμαθαν γρήγορα πού μπορεί κανείς να φάει νόστιμα, ελληνικά και οικονομικά.

Μπαίνοντας στην αίθουσα είχες την αίσθηση ότι έκανες ένα ταξίδι στο παρελθόν, όχι μόνο λόγω του ξύλου που έντυνε τον μισό τοίχο αλλά και γιατί το ίδιο το μενού είχε κάτι από άλλες μαγειρικές εποχές, με σουτζουκάκια σμυρνέικα και κρέμα καραμελέ, και το σέρβις μια γλυκιά, παλιομοδίτικη θαλπωρή.

Στα μελλοντικά άρθρα για την παλιά, ωραία, κομψή Αθήνα που χάθηκε, θα συμπεριλαμβάνεται πλέον και το «Κεντρικόν», καθώς το θρυλικό εστιατόριο, που ξεκίνησε ως καφενείο το 1935 για να γίνει το 1960 σημείο αναφοράς στην εστίαση της πρωτεύουσας, και να μάθει στους πελάτες του το μπιτόκ α λα ρους (μπιφτέκια με τηγανητά αβγά και πατάτες), έκλεισε.

Το τέλος του «Κεντρικόν» δεν ήρθε ουρανοκατέβατο. Οπως το «Ιντεάλ» της Πανεπιστημίου και πολλά άλλα ιστορικά στέκια, υπήρξε θύμα της κρίσης, της οικονομικής ασφυξίας, της υπερφορολόγησης. «Σε τρία χρόνια, από το 2010 μέχρι το 2013 με τα επεισόδια και τις απεργίες, είχαμε συνολικά 95 μέρες με μηδέν στο ταμείο του εστιατορίου. Καταλαβαίνετε τι θα πει αυτό; Μηδέν», είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή του στην «Κ» ο ιδιοκτήτης του «Κεντρικόν» Νίκος Κουτούζης, που πάλευε να μείνει όρθιος, να πληρώνει τους υπαλλήλους του, να μη χρωστάει στο ΙΚΑ και την εφορία.

Εκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι του. Εριξε τις τιμές όσο μπορούσε για να μην πέσει η ποιότητα, μείωσε το προσωπικό, περίμενε υπομονετικά ελπίζοντας ότι θα ανέβει ξανά το κέντρο και θα περάσει η φοροκαταιγίδα.

Δυστυχώς, ούτε από την έκρηξη του τουρισμού στην Αθήνα ωφελήθηκε. Αυτά τα μαγαζιά, τα παλιά αθηναϊκά στέκια, δεν στηρίχτηκαν ποτέ στους τουρίστες, αλλά στη σταθερή τους πελατεία. Είχε όμως κι αυτή αραιώσει, αντιμετωπίζοντας αντίστοιχα προβλήματα. Η απώλεια του «Κεντρικόν» είναι άλλη μία ρωγμή στη μνήμη της πόλης, άλλη μία πληγή στην καρδιά της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ