ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Αγγελος Αντωνόπουλος στην «Κ»: Ο χρόνος σε κάνει να είσαι φιλόσοφος

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

«Τη μητέρα μου τη βάφτισε ο Ερρίκος Σλήμαν!», λέει ο Αγγελος Αντωνόπουλος και θυμάται τα παιδικά του χρόνια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Παγιδευμένη στα στενά του Χαλανδρίου, έχω καθυστερήσει 20 λεπτά στο ραντεβού μας. Το πρόγραμμα του Αγγελου Αντωνόπουλου έχει πέσει λίγο έξω, αλλά με καλοδέχεται με τη χαρακτηριστική ευγένειά του. Ακμαίος, με λίγα κιλά περισσότερα απ’ ό,τι τον θυμόμαστε κινηματογραφικά, και με τα μαλλιά του γκρίζα, μακρύτερα και άναρχα, και το απαραίτητο μούσι, αφού υποδύεται ξανά τον Μαρξ, κάθεται απέναντί μου στην τραπεζαρία του γεμάτου βιβλία σπιτιού του. «Ο Μαρξ στο Σόχο» του Χάουαρντ Ζιν, που παίζεται στο θέατρο «Αλμα», είναι ένας ρόλος-σταθμός. «Μια κοινή φίλη του εκδότη Λασκαράτου και δική μου μάς το έστειλε και ενθουσιάστηκα.

Ξεκίνησα το 2010 για λίγες παραστάσεις και μας βγήκαν πέντε σεζόν. Σημαντικό για μένα είναι ότι η ανταπόκριση υπήρξε εξ όλων των αποχρώσεων. Ο Χάουαρντ Ζιν, άλλωστε, απευθύνεται σε όλους». Η φανταστική επάνοδος του Μαρξ στο Σόχο, όχι του Λονδίνου, αλλά της σύγχρονης Νέας Υόρκης, δείχνει ότι δεν άλλαξαν πολλά. «Αν τα προβλήματα είχαν λυθεί, δεν θα χρειαζόταν κανένας Μαρξ. Τα ερεθίσματα που υπήρξαν για κείνον δεν παύουν να υπάρχουν». Κουραστικός ο μονόλογος, δεν το αρνείται. «Εχουμε και κάποια ηλικία», λέει με το υποδόριο χιούμορ που τον διακρίνει, «χρειάστηκα ένα ξεσκόνισμα όλο το καλοκαίρι». Στιβαρός ηθοποιός, «κύριος», όπως τον περιγράφουν οι συνάδελφοί του, έχει ακόμη τρακ όταν ανεβαίνει στη σκηνή και ας κουβαλά πείρα 60 ετών. «Το τρακ υπάρχει και στον έρωτα, δεν θα υπάρχει στο θέατρο, που είναι επίσης ένας μεγάλος έρωτας;».

Με διαδρομή «πολυκύμαντη», όπως λέει, «ξεκίνησα σαν ελεύθερος σκοπευτής, ηθοποιός που δεχόμουν κάποιες προτάσεις στο θέατρο. Με βρήκε η εύνοια της τηλεόρασης και εκτινάχθηκα, αν μου επιτρέπεται η λέξη, σε δημοσιότητα. Είπα, δεν κάνω κι εγώ ένα θέατρο, όπως άλλοι πρωταγωνιστές; Ανέλαβα τις παραγωγές, όμως ήταν ψυχοφθόρο. Η αγωνία του ταμείου σε φθείρει».

Η τηλεόραση

Για κάποιες παραχωρήσεις έχει ενοχές, «αλλά δεν έδωσα γη και ύδωρ». Στην τηλεόραση όμως, «είχα την τύχη να είμαι σε εξαιρετικές δουλειές, στους “Πανθέους”, στο “Ουράνιο τόξο” με τον μεγαλοφυή Βασίλη Γεωργιάδη. Με τον Κώστα Κουτσομύτη κάναμε τον “Αγνωστο πόλεμο”, την “Πρόβα νυφικού”, τον “Μεγάλο θυμό” κ.ά.». Ο «Αγνωστος πόλεμος» του Νίκου Φώσκολου τον καθόρισε. «Ερήμωνε η Ελλάδα όταν παιζόταν. Οπου δεν έπιανε η ΥΕΝΕΔ, ναύλωναν πούλμαν και πήγαιναν στην επόμενη πόλη».

Γεννήθηκε στον Πειραιά αλλά μεγάλωσε στην Ολυμπία, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του. «Ο πατέρας της είχε ένα μαγέρικο όπου έτρωγαν οι σιδηροδρομικοί και οι αρχαιολόγοι. Ο παππούς της, την ημέρα που γεννήθηκε, κέρασε από τη χαρά του όλο το ταβερνείο και τότε ένας αρχαιολόγος είπε “θα τη βαφτίσω εγώ!”. Ηρθε στη βάφτιση από τις Μυκήνες, όπου ανέσκαπτε, και της έδωσε το όνομα Μυκήνα. Ηταν ο Ερρίκος Σλήμαν!». Δύσκολα χρόνια, πόλεμος, Κατοχή, Εμφύλιος, αλλά και κάποιες ευχάριστες αναμνήσεις όπως το κολύμπι στον Αλφειό. «Περάσαμε δυσκολίες στην Κατοχή, αλλά όχι τόσες, όσες η υπόλοιπη Ελλάδα. Οι αρχαιολόγοι βοήθησαν με τον τρόπο τους. Οταν μπήκαν αυτά τα ρεμάλια, οι ναζί, στην Ολυμπία, κατευθύνθηκαν στο κατάλυμα των αρχαιολόγων. Υψωσαν μάλιστα στον ιστό τη σβάστικα. Ομως, την επομένη η σημαία είχε εξαφανιστεί. Πιστεύω ότι το έκανε ένας Γερμανός αρχαιολόγος που ντρεπόταν για τους συμπατριώτες του». Μετά την απελευθέρωση, ο Αγγελος Αντωνόπουλος ξαναγύρισε στο πατρικό του στον Πειραιά. Βρήκε δουλειά στο ταμείο ενός μπακάλικου στη Σταδίου. «Ενα βράδυ αποφάσισα να πάω στο θέατρο. Βγαίνοντας από το Εθνικό, όπου είδα τον “Θείο Βάνια”, σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν με πρωταγωνιστή τον Διαμαντόπουλο, κόντεψαν να με πατήσουν τα αυτοκίνητα. “Τι κάνω εγώ;” σκεφτόμουν. Πήγα στο Υπόγειο, βρήκα τον Κουν και του είπα θέλω να γίνω ηθοποιός. “Ελάτε αύριο”, μου είπε. Κάποτε με δέχθηκε. Κάθησα στη μέση της σκηνής και απήγγειλα την “Ιθάκη”. “Ξέρετε, τα ποιήματα δεν τα λέμε έτσι, αλλά εσείς με πείσατε ότι την Ιθάκη πρέπει να τη λέμε έτσι ακριβώς”, σχολίασε και πρότεινε να πάω στη σχολή το φθινόπωρο. Για το καλοκαίρι σύστησε να διαβάσω Ντοστογιέφσκι. Και Στανισλάβσκι. Μέχρι να βρω ένα βιβλιοπωλείο, επαναλάμβανα συνέχεια Στανισλάβσκι, Στανισλάβσκι για να μην το ξεχάσω». Η σπουδή στου Κουν «ήταν μια απογειωτική εμπειρία δίπλα σε έναν σοφό δάσκαλο. Απογειωτική ήταν και η παράσταση των “Ορνίθων” στο Παρίσι. Οταν τελειώσαμε, μας αγκάλιαζαν και μας φιλούσαν με ενθουσιασμό η Ζαν Μορό, ο Ιονέσκο, ο Ζαν Βιλάρ…».

Εκκολαπτόμενος ακόμη ηθοποιός, συναντιέται στον κινηματογράφο με τον Τάκη Κανελλόπουλο στις ταινίες «Επιδρομή» και «Παρένθεση» και εν συνεχεία γνωρίστηκε με τον Βασίλη Γεωργιάδη. Το ίδιο καλοκαίρι έπαιξε στο «Χώμα βάφτηκε κόκκινο» το 1964. Ακολούθησαν ταινίες όπως ο «Εγωισμός», το «Δόλωμα», «Δεσποινίς διευθυντής», «Κοινωνία ώρα μηδέν», «Κοντσέρτο για πολυβόλα» κ.ά. Η δεκαετία του ’70 έφερε και ταινίες όπως η «Αναζήτησις» με την Ελενα Ναθαναήλ στα ντουζένια της. «Ηταν ένας άλλος κινηματογράφος, δεν ήταν κατώτερος ούτε όμως φεστιβαλικός». Πέρασε ωραίες στιγμές στα πλατό και στη σκηνή με πρωταγωνίστριες όπως οι Παξινού, Ζαβιτσιάνου, Καρέζη, Βουγιουκλάκη, Μαυροπούλου κ.ά. Ηταν ήδη πρωταγωνιστής γύρω στα 35 και προβληματιζόταν αν έπρεπε να διακινδυνεύσει τον «Αγνωστο πόλεμο». Ο συνταγματάρχης Βαρτάνης που υπηρετεί στο γραφείο αντικατασκοπείας έκανε τηλεθέαση 83%. «Ηταν Κυριακή απόγευμα, βγήκα να κάνω παράσταση, είχε προβληθεί το πρώτο επεισόδιο και μου πετούσαν γαρδένιες, σαν να ήταν πίστα μπουζουκιών. Ντράπηκα τους συναδέλφους μου στη σκηνή. Η μητέρα που είχε περάσει χρόνια ένδειας, έβλεπε πως άλλαξε η ζωή μας. Ομως, δεν ήμουν νέος για να ξεμυαλιστώ». Στη μεταπολίτευση κάποιοι τον κατηγόρησαν για την επιλογή του. «Ο καταιγισμός πυρών ήταν από συναδέλφους σας. Εγώ δεν είχα ενοχές. Ηταν το έπος του ελληνοαλβανικού πολέμου, γιατί να μην το παίξω; Εκανα τη δουλειά όπως και άλλοι συνάδελφοι τότε. Με έσωζε όμως η αγάπη του κόσμου». Επειτα ήρθαν οι «Πανθέοι» το 1977. Ερωτας με φόντο την Ελλάδα του μεσοπολέμου. Η χώρα χτυποκάρδιζε αυτή τη φορά με τα καμώματα της Μάρμως (Κάτια Δανδουλάκη) και τον πληγωμένο σύζυγο Ανδρέα Πανθέο που υπέμενε. Οι γυναίκες τι ρόλο έπαιξαν στη ζωή αυτού του ερωτεύσιμου, στιβαρού καρατερίστα; «Να μην πω οι γυναίκες, ο έρωτας γενικώς έπαιζε σοβαρό ρόλο στη ζωή μου», διορθώνει. «Σας κυνηγούσαν;» συνεχίζω. «Και εγώ τις κυνηγούσα και μου άρεσε. Ενας συνάδελφός σας μου είπε “σας σκέφτομαι ως κατακτητή” και του απάντησα “ήμουν κυρίως κατακτημένος”».

Τα παιδιά που δεν έκανε

Εναν γάμο έκανε, «δεν προχώρησε». «Παιδιά δεν είχαμε. Τότε ήμουν νέος, είχα βάλει τη σκούφια μου στραβά και σφύριζα. Τώρα μου λείπουν τα παιδιά που δεν έκανα. Ομως το θέατρο είναι μεγάλη καταφυγή. Αυτό με ανανεώνει και η ποίηση. Εκεί είναι το απόσταγμά μου». Εχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα και μία ποιητική συλλογή.

«Εχω πράγματα στο συρτάρι... Τους καλύτερους στίχους μου τους έγραψα πεταγμένος, ανάστατος από το κρεβάτι μου τις νύχτες». Λατρεύει τη διδασκαλία. «Ημουν 35 χρόνια δάσκαλος στη Σχολή Θεοδοσιάδη και στο Ωδείο Αθηνών. Είναι η πιο σοβαρή δουλειά που έκανα». Τώρα η καθημερινότητα είναι κάπως διαφορετική. «Είμαι μειωμένης αντιστάσεως άτομο, γι’ αυτό αγωνίζομαι να τρώω μετρημένα κατά σύσταση των ειδικών. Εχω και μια κυρία που μου κάνει χειροπρακτική, με διαλύει και με επανασυνδέει. Το τάβλι δεν το απαρνήθηκα ποτέ. Μεγάλη μου παρτενέρ ήταν η Καρέζη. Μεγάλη ταβλαδόρισσα, θύμωνε πολύ. Ομως η Τζένη ήταν γοητευτική και όταν θύμωνε. Φίλους έχω. Ευλογώ τη μοίρα που έφερε κοντά μου την Κάτια Δανδουλάκη, τη θεωρώ σαν παιδί μου, αδερφή μου. Εχω και εξωθεατρικούς ανθρώπους σημαντικούς. Εναν σοβατζή αλλά και τον πρόεδρο του Αρείου Παγου, τον Δαφέρμο». Τα 86 του χρόνια δεν δείχνει να τον φοβίζουν, απεναντίας. «Ο χρόνος σε αναγκάζει να είσαι φιλόσοφος, να σκέφτεσαι τις ταχύτητές του που αλλάζουν από ηλικία σε ηλικία. Πρέπει να έχεις χιούμορ για τον χρόνο. Για να το καταφέρεις, πρέπει να είσαι ικανοποιημένος για όσα πέρασαν, όσα έζησες».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ