ΑΤΖΕΝΤΑ

Μιχάλης Σιγανίδης, ο άγνωστος στο ευρύ κοινό «μουσικός των μουσικών»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΒΟΣ*

Στο «Who [’s] is Who [on]» του Σιγανίδη (φωτ.) ψηλαφεί κανείς την αγωνία ενός παιδιού να μετατρέψει το τραύμα σε θαύμα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν ο Μιχάλης Σιγανίδης ήταν συγγραφέας, θα του ταίριαζε ο αγγλικός όρος «writer’s writer», δηλαδή συγγραφέας που εκτιμάται από τους ομότεχνούς του αλλά δεν είναι ευρέως γνωστός. Αναλογικά, ο Σιγανίδης είναι «μουσικός των μουσικών» στην κοινότητα της ελληνικής τζαζ και τραγουδοποιίας. Γι’ αυτό, όσοι τον παρακολουθούν θα πρέπει να νιώθουν διπλά ικανοποιημένοι από την εμφάνισή του στη Στέγη (12-14/10): όχι μόνο γιατί το «Who [’s] is Who [on]», ή αλλιώς «Χους εις χουν», ήταν μία από τις καλύτερες στιγμές του, αλλά και γιατί, επιτέλους, το έργο του καταλαμβάνει την κεντρική θέση που δικαιούται.

Γιατί όμως το έργο του δεν έχει συναντηθεί με το ευρύ κοινό;

Μας απαντά, τρόπον τινά, το δελτίο Τύπου της παράστασης: «Ο Μιχάλης Σιγανίδης είναι ένας από τους πλέον ιδιοσυγκρασιακούς μουσικούς της ελληνικής σκηνής».

Τι σημαίνει «ιδιοσυγκρασιακός»; Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, πιστεύουμε, δηλώνει την αίσθηση απορίας που το ακατάτακτο σύμπαν του Σιγανίδη προκαλεί στον ακροατή. Ομως δεν είναι έτσι: όπως κάθε αυθεντικός δημιουργός, ο Σιγανίδης εκπέμπει στη δική του ιδιοσυχνότητα. Αν αναζητήσει κανείς τα κλειδιά για να την αποκωδικοποιήσει, τα πράγματα είναι εύκολα. Μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζει απαιτητική, ωστόσο τα υλικά της είναι απλά: το υπονομευτικό χιούμορ, η Θεσσαλονίκη και το θρησκευτικό της κλίμα, το άνοιγμα προς τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού, η παιγνιώδης σύναψη υψηλού και χαμηλού, η αυτοβιογραφία εν προόδω, η οικογένεια και ιδίως η μορφή της μητέρας, και προπάντων οι ποιητές, ο Λόγος.

Αντλώντας απ’ αυτό το κοίτασμα, ο Σιγανίδης ανέμειξε τον Σαχτούρη με το θέατρο σκιών, την κρητική λύρα του Δημήτρη Αποστολάκη με το σαξόφωνο του Εβαν Πάρκερ, τα σουρεαλιστικά βίντεο με τον Μπέκετ, τους χριστιανικούς ύμνους με λαϊκά της πίστας και με τα φρενήρη τύμπανα του Κώστα Αναστασιάδη. Και όλ’ αυτά αβίαστα, χωρίς διάθεση επίδειξης, παρά μ’ ένα μελαγχολικό μειδίαμα, κάτω από το οποίο ψηλαφεί κανείς την αγωνία ενός παιδιού να μετατρέψει το τραύμα σε θαύμα. Το παιδικό βλέμμα του δημιουργού ήταν ο άξονας που συνέδεε υποδορίως τα θραύσματα της παράστασης. Οπως όλο το έργο του Σιγανίδη –από τον «Μικρό αδερφό» του 1987 ώς το «97%» του 2014– το «Who [’s] is Who [on]» ανέδιδε κάτι το τρυφερά, πολύτιμα, χειροποίητο: ένα αρχιτεκτονημένο χάος αναφορών, τόσο προσωπικό που πρόσφερε κάτι στον καθένα.

«Μόνο για τρελούς», έλεγε η φωτεινή επιγραφή που υποδεχόταν τους θεατές. Ομως η τρέλα του Σιγανίδη διαθέτει καλά μελετημένη μέθοδο – προς ανακάλυψη, ελπίζουμε, από ολοένα περισσότερους ακροατές.

* Ο κ. Γιάννης Παλαβός είναι συγγραφέας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ