ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τη δωδεκάτη ώρα της διανύει η ιστορική βιομηχανία παραγωγής χάλυβα Χαλυβουργική Α.Ε. Ο υψηλός δανεισμός της, της τάξης των 410 εκατ. ευρώ, είναι δύσκολο να αναδιαρθρωθεί με τους όρους που έχει προτείνει η ιδιοκτησία στις τράπεζες, ενώ συνολικά ο κλάδος δοκιμάζεται από την εγχώρια ύφεση και την υπερβάλλουσα προσφορά χάλυβα. Και καθώς το ύψος του μη εξυπηρετούμενου δανεισμού είναι τέτοιο που έχει προσελκύσει την προσοχή της πανευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας, τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αισθάνονται πλέον αυξημένη την πίεση για την άρση του αδιεξόδου. Η διοίκηση της Χαλυβουργικής, εταιρείας συμφερόντων της οικογένειας του Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου και των υιών του Παναγιώτη και Γεωργίου Αγγελόπουλου, έχει καταθέσει νωρίτερα φέτος πρόταση προς τις τράπεζες για την αναδιάρθρωση των υποχρεώσεών της με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, αλλά και με σημαντική απομείωση των τραπεζικών απαιτήσεων, αναφέρουν τραπεζικές πηγές. Το μεγαλύτερο μέρος του δανεισμού καλύπτουν χρηματοδοτήσεις της Εθνικής Τράπεζας, αλλά σημαντικότατα ποσά έχουν χορηγήσει και οι άλλες συστημικές τράπεζες.

Αντικρουόμενες εκτιμήσεις

Η πλευρά της ιδιοκτησίας, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα της «Κ», εκφράζει την αισιοδοξία της πως έχει έρθει η ώρα για να ευοδωθούν οι προτάσεις της, ενώ υπογραμμίζει πως έχει διατηρήσει ανοικτούς του διαύλους με τις τράπεζες και οι σχετικές διαπραγματεύσεις συνεχίζονται. Ομως, από την πλευρά των τραπεζών, ορισμένες πηγές δηλώνουν ιδιαίτερα απαισιόδοξες και παραπέμπουν σε λύση του πτωχευτικού δικαίου διά της υπαγωγής της εταιρείας σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης και διά αυτού στον εκπλειστηριασμό των στοιχείων του ενεργητικού της για να καλυφθεί κάποιο μέρος των απαιτήσεων των πιστωτών. Να σημειωθεί πως η αξία των ακινήτων της Χαλυβουργικής είναι εγγεγραμμένη στα βιβλία της περίπου στα 291 εκατ. (στοιχεία 2015), αλλά κύκλοι της αγοράς αμφισβητούν το κατά πόσον είναι δυνατή η εξασφάλιση τέτοιων κεφαλαίων στην περίπτωση ρευστοποίησής τους. Αντιστοίχως, η αξία του εξοπλισμού αναφέρεται στα 135 εκατομμύρια, πλην όμως και σε αυτή την περίπτωση η ύπαρξη αγοραστή αμφισβητείται.

Η χαλυβουργία είναι πρακτικά κλειστή από το 2013 και το προσωπικό της έχει αφενός μειωθεί μέσω προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου και αφετέρου όσοι απασχολούμενοι έχουν απομείνει υπόκεινται σε αλλεπάλληλα προγράμματα εκ περιτροπής εργασίας και διαθεσιμότητας. Κατάσταση η οποία πυροδοτεί συχνά διαμαρτυρίες, με τελευταία τον αποκλεισμό της εθνικής οδού Αθηνών - Κορίνθου στο 20ό χιλιόμετρο, όπου βρίσκονται και οι εγκαταστάσεις της Χαλυβουργικής, στα μέσα της περασμένη εβδομάδας. Η εταιρεία δεν έχει δημοσιεύσει ισολογισμό από το 2015 και ούτως ή άλλως εκείνη αλλά και οι προηγούμενες χρήσεις ήταν βαθιά ζημιογόνες σε λειτουργικό επίπεδο. Η ιδιοκτησία δάα της παροχής ταμειακών διευκολύνσεων ή μικρών αυξήσεων κεφαλαίου χρηματοδοτεί την εταιρεία για να καλύπτει τα βασικά της κόστη, ενώ, σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, δεν υπάρχουν μεγάλες υποχρεώσεις προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Ομως τα οικονομικά μεγέθη της είναι πλέον τέτοια που δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπάρχει δυνατότητα να εξυπηρετήσει τόσο υψηλό δανεισμό. Με βάση τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό (2015), ο τζίρος ήταν 16,8 εκατ. ευρώ, ενώ το αποτέλεσμα μετά φόρων ήταν ζημιογόνο κατά 35 εκατ. μετά και από ζημίες 36 εκατ. ευρώ το 2014. Η εταιρεία το 2016 σταμάτησε την ομαλή αποπληρωμή δόσεων και τόκων δανείων αναμένοντας την αξιολόγηση των τραπεζών, ενώ παράλληλα συνεχίζονται οι σχετικές επαφές χωρίς απτό επί του παρόντος αποτέλεσμα.

Δύσκολο εγχείρημα

Η υπόθεση είναι ασφαλώς από τις δυσκολότερες περιπτώσεις διαχείρισης μη εξυπηρετούμενου δανεισμού, κυρίως λόγω του ύψους του, της συνολικής εικόνας του κλάδου στην Ελλάδα –που δεν επιτρέπει προσδοκίες σημαντικής ανάκαμψης της ζήτησης για χάλυβα– αλλά και λόγω του βάρους του ονόματος της επιχείρησης και των μετόχων, προσθέτουν με νόημα τραπεζίτες. Προσθέτουν δε πως δεν βρίσκονται όλες οι τράπεζες «στην ίδια σελίδα» και δείχνουν την Εθνική να έχει τον πρώτο λόγο εξαιτίας της μεγάλης της έκθεσης. Επιπλέον, η διαδικασία επηρεάζεται, τουλάχιστον έως ένα βαθμό, και από ενδοοικογενειακές υποθέσεις του βασικού μετόχου, όπου έχει καταγραφεί σοβαρότατη διάσταση απόψεων μεταξύ τέκνων και πατέρα για τη διαχείριση του ενεργητικού τους, η οποία μάλιστα έχει προσλάβει νομικές διαστάσεις, με την προσφυγή των πρώτων στη Δικαιοσύνη. Οπως όλα δείχνουν, όμως, οι εξελίξεις για τη Χαλυβουργική, με πρωτοβουλία των τραπεζών και υπό την πίεση των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών, είναι πλέον προ των θυρών.

Οι αυξήσεις κεφαλαίου και τα νέα δάνεια

Στη Χαλυβουργική τα τελευταία χρόνια έχουν εισρεύσει σημαντικά κεφάλαια. Και αυτό παρά την επαπειλούμενη κατάρρευσή της. Επίσης, έχουν δοθεί χρήματα τόσο από τους βασικούς μετόχους όσο και από τράπεζες. Οπως αναφέρεται στις τελευταίες δημοσιευμένες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, οι μέτοχοι το 2015 προχώρησαν σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου ύψους 40,25 εκατ. ευρώ. Τον Σεπτέμβριο του 2016 προχώρησαν και σε χρηματική διευκόλυνση της εταιρείας ύψους 3,7 εκατ. Μία εκ των αυξήσεων κεφαλαίου, αυτή του Δεκεμβρίου του 2015, κατά 33,5 εκατ. έγινε με κεφαλαιοποίηση υποχρέωσης 9,7 εκατ. και εξόφληση δανειακής υποχρέωσης 23,8 εκατ. σε ξένη τράπεζα.

Ακόμα και έτσι, στα τέλη του 2015 η Χαλυβουργική εμφάνιζε συνολικό δανεισμό από τραπεζικά ιδρύματα 408 εκατ., ο οποίος πλέον εκτιμάται ότι έχει αυξηθεί σημαντικά, αφού από το 2016 έχουν σταματήσει να εξυπηρετούνται οι υποχρεώσεις. Το 2013 η διοίκηση της εταιρείας είχε πάντως συμφωνήσει με τραπεζικό ίδρυμα για την αναδιάρθρωση ενός μακροπρόθεσμου ομολογιακού δανείου 99 εκατ. ευρώ, λαμβάνοντας όμως και επιπλέον 60 εκατ. και μεταθέτοντας την ημερομηνία λήξης, με αντάλλαγμα την εισαγωγή υπέρ της τράπεζας πρώτης προσημείωσης ύψους 175 εκατ. επί των ακινήτων της. Επιπλέον, η διοίκηση της Χαλυβουργικής τότε πέτυχε και άλλη μια συμφωνία με τραπεζικό ίδρυμα για την αναδιάρθρωση άλλων δύο ομολογιακών δανείων 48 εκατ. και 20 εκατ. με την εισαγωγή υπέρ του τραπεζικού ιδρύματος δεύτερης προσημείωσης. Τον Σεπτέμβριο του 2014 η Χαλυβουργική εμφανίζεται επίσης να συμφώνησε με χρηματοπιστωτικό ίδρυμα τη λήψη βραχυπρόθεσμου κεφαλαίου κίνησης 20 εκατ. με εγγύηση μέρος των αποθεμάτων και έτσι κάλυψε λειτουργικές ανάγκες, πλην της εξυπηρέτησης δανείων, του 2015 και του 2016.


Το 2012 η Χαλυβουργική ανακοίνωσε ότι προχώρησε στη λήψη μέτρων διασφάλισης της λειτουργίας της λόγω της κρίσης, όπως το εκ περιτροπής σβήσιμο των υψικαμίνων και η έμφαση στην ελασματουργία. Εκτοτε, έχει πρακτικά σταματήσει την παραγωγική δραστηριότητά της.

Αλλά φευ, ήδη από τα μέσα του 2016 η Χαλυβουργική γράφει ξεκάθαρα στις οικονομικές της καταστάσεις πως «η εταιρεία φαίνεται, με δεδομένο πλέον το τρέχον επίπεδο λειτουργίας της, να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει την εξυπηρέτηση του δανεισμού της αποκλειστικά από τη δραστηριότητά της, χωρίς τη συνδρομή των μετόχων της ή και την αναδιάρθρωσή του». Καθώς έως το 2016 η Χαλυβουργική είχε σταματήσει πλέον την ομαλή αποπληρωμή δόσεων και τόκων δανείων, αναμένοντας την απόφαση των τραπεζών σχετικά με την προτεινόμενη από την ίδια αναδιάρθρωσή του, η διοίκηση παραδέχεται έκτοτε «ότι συντρέχει κίνδυνος για άμεση άσκηση των δικαιωμάτων των τραπεζών από τις σχετικές συμβάσεις για τη λήψη μέτρων κατά της εταιρείας». Η διοίκηση και οι μέτοχοι της Χαλυβουργικής αποδίδουν την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η εταιρεία, μεταξύ άλλων, στη δραματική πτώση της ζήτησης χάλυβα στην ελληνική αγορά αλλά και στο συνεχώς υψηλό ενεργειακό κόστος, σε συνδυασμό με τη διατήρηση του κόστους παραγωγής σε υψηλά επίπεδα.

Τι προτείνει η εταιρεία; «Κούρεμα» των δανείων της. Οπως γράφει από το 2016 στην έκθεση για την προηγούμενη χρήση, «η διοίκηση της εταιρείας έχει προχωρήσει σε σύνταξη του επιχειρηματικού πλάνου για την περίοδο 2016 έως 2019 με βάση το οποίο αναμένεται η κάλυψη των ταμειακών αναγκών από λειτουργικές δραστηριότητες, λαμβάνοντας προηγουμένως υπόψη ένα βέλτιστο ύψος δανειακών υποχρεώσεων που μπορεί να εξυπηρετηθεί από τη μελλοντική λειτουργία της εταιρείας. Το πλάνο αυτό έχει ήδη κατατεθεί στις πιστώτριες τράπεζες και αναμένεται η επίσημη πρόταση από την πλευρά τους». Σήμερα, περίπου δύο χρόνια μετά, φαίνεται πως πλησιάζει η ώρα που θα κρίνει τόσο τις όποιες προτάσεις όσο και το μέλλον της εταιρείας.

Η «κατάρρευση» της οικοδομής και η εξαφάνιση του σκραπ έφεραν λουκέτα

Το 2007 η ζήτηση στην Ελλάδα για μπετοσίδηρο, το σημαντικότερο προϊόν χάλυβα και δείκτη δραστηριότητας της ευρύτερης αγοράς χάλυβα, άγγιζε τα 2,3 εκατομμύρια τόνους και το 2017 έκλεισε με την ελληνική αγορά να υπολογίζεται ότι απορρόφησε μόλις 350.000 τόνους μπετοσιδήρου, καταγράφοντας νέο ιστορικό χαμηλό. Εάν δεν ξεκινήσουν μεγάλα έργα όπως το Ελληνικό, το νέο αεροδρόμιο στο Ηράκλειο της Κρήτης, η γραμμή 4 του μετρό, πιθανότατα να σημειωθούν νέα χαμηλά.

Η κατάρρευση της εγχώριας ζήτησης για χάλυβα και η παράλληλη εξαφάνιση από την Ελλάδα του σκραπ –παλιοσίδερα δηλαδή που χρησιμοποιούνται ως πρώτη ύλη για την ελληνική χαλυβουργία– κατέστησε πρακτικά μονόδρομο τις εξαγωγές έτοιμου προϊόντος και την εισαγωγή πρώτης ύλης. Ομως με το ενεργειακό κόστος για την τήξη του σκραπ υψηλό σε σχέση με τον διεθνή ανταγωνισμό, ακόμα και μετά τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια (διακοψιμότητα) υπάρχει πρόβλημα. Οπως υπάρχει και πρόβλημα κόστους από τη μεταφορά σκραπ από το εξωτερικό, μια και η ελληνική οικονομία δεν αναπτύσσεται, για να παράγει απόσυρση εξοπλισμού ή μέταλλα από κατεδαφίσεις. Αλλά ακόμα και έτσι, οι δύο από τις τρεις χαλυβουργίες έχουν γυρίσει το παιχνίδι, επιστρέφοντας σε λειτουργική κερδοφορία και πραγματοποιώντας εξαγωγές ακόμα και στις ΗΠΑ, όπου οι δασμοί της κυβέρνησης Τραμπ εκτόξευσαν τις τιμές σε μια ελλειμματική αγορά και άφησαν χώρο και για ελληνικό χάλυβα, αναφέρουν στελέχη του κλάδου.

Στην Ελλάδα υπάρχουν πέντε εργοστάσια χαλυβουργίας που ανήκουν σε τρεις επιχειρηματικούς ομίλους. Από αυτά δουλεύουν πια μόνον τα τρία, καθώς η ύφεση ανάγκασε τις επιχειρήσεις να σταματήσουν την παραγωγή σε κάποιες μονάδες.

Το 2012 η Χαλυβουργική συμφερόντων της οικογένειας Κ. Αγγελόπουλου ανακοίνωσε ότι προχώρησε στη λήψη μέτρων διασφάλισης της λειτουργίας της λόγω της κρίσης, όπως το εκ περιτροπής σβήσιμο των υψικαμίνων και η έμφαση στην ελασματουργία. Εκτοτε, έχει πρακτικά σταματήσει την παραγωγική δραστηριότητά της. Αλλες δύο μονάδες παραγωγής χάλυβα διαθέτει η Χαλυβουργία Ελλάδος, συμφερόντων της οικογένειας Μάνεση. Η μία στον Ασπρόπυργο έχει σταματήσει την παραγωγή χάλυβα επίσης από το 2012 και διατηρεί δραστηριότητα κυρίως στην παραγωγή πλεγμάτων. Η δεύτερη μονάδα της Χαλυβουργίας Ελλάδος είναι στο Βελεστίνο στον Βόλο και λειτουργεί κανονικά.

Οι δύο τελευταίες μονάδες παραγωγής χάλυβα στην Ελλάδα, δηλαδή η Σιδενόρ στη Θεσσαλονίκη και η Sovel στον Αλμυρό Βόλου, ανήκουν στη Βιοχάλκο, συμφερόντων του ομίλου Στασινόπουλου. Ο όμιλος αυτός διαθέτει άλλες δύο μονάδες στα Σκόπια και στη Βουλγαρία.

Στις αρχές του 2017 η Alvarez & Marsal παρέδωσε στις τράπεζες μελέτη που της είχαν παραγγείλει για να ακτινογραφήσουν τον κλάδο και να διαπιστώσουν τη βιωσιμότητά του. Η έκθεση συμπεραίνει πως υπήρχε πράγματι πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα στην Ελλάδα και ως εκ τούτου πρέπει να διακοπεί οριστικά η λειτουργία τουλάχιστον της μιας από τις κλειστές μονάδες και να γίνει ανακεφαλαιοποίηση των ομίλων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ