ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Θα περικοπούν οι συντάξεις; Τρεις καβαλάρηδες της υπεκφυγής

ΠΛΑΤΩΝ ΤΗΝΙΟΣ*

Η επέλαση των τριών καβαλάρηδων της υπεκφυγής εξαφανίζει το ερώτημα «Θα περικοπούν οι συντάξεις;», φροντίζοντας να μην μπορεί να δοθεί απάντηση: Ο τρίτος καβαλάρης βαφτίζει τα διαρθρωτικά σαν δημοσιονομικά. Ο δεύτερος βρίσκει λεφτά ακόμη και εκεί που δεν υπάρχουν. Ετσι, ο πρώτος καταλήγει ότι δεν υπάρχει βιασύνη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Α' ​​​​Τελικά, θα περικόψουμε τις συντάξεις, ή όχι; Το αρνητικό φλουρί της βασιλόπιτας 2019 έχει σφραγίδα ΦΕΚ/2017. Και όμως, όσο πλησιάζει η Πρωτοχρονιά η αβεβαιότητα δεν μειώνεται, αυξάνει. Τι εξηγεί την αναστολή των κανόνων της φυσικής;

Μπροστά στη δυσαρέσκεια των συνταξιούχων, το πολιτικό σύστημα – κυβέρνηση και αντιπολίτευση– έχει επιστρατεύσει καταξιωμένους μηχανισμούς άμυνας. Οι μηχανισμοί αυτοί βασίζονται σε τρία δοκιμασμένα αξιώματα πολιτικής. Επί καραμανλικού παπανδρεϊσμού η αξιοποίησή τους είχε επανειλημμένως σώσει την κομματική παρτίδα. Τα τρία επιχειρήματα, όπως τρεις καβαλάρηδες, κατέφθαναν σαν το ιππικό στα γουέστερν για να απεγκλωβίζουν από στενάχωρα διλήμματα. Διευθετούσαν δύσκολα θέματα με τις ελάχιστες κομματικές απώλειες. Ατυχώς, η κομματική επιτυχία είχε ως παράπλευρη απώλεια την εθνική χρεοκοπία.

Το ίδιο μοτίβο επιστρατεύεται σήμερα για να κρυφτούν κάποιοι από τις ευθύνες της νομοθετημένης περικοπής συντάξεων. Οι «τρεις καβαλάρηδες της υπεκφυγής», έπειται από τρία μνημόνια ξεκούραση, επιστρέφουν δριμύτεροι:

Ποιοι είναι, λοιπόν, οι «τρεις καβαλάρηδες»; Πώς οδήγησαν στη χρεοκοπία και πώς εφορμούν ξανά στην περικοπή των συντάξεων;

Β΄ Καβαλάρης πρώτος: Αναβλητικότητα. Οπως και στο Κυπριακό: «Δεν υπάρχει θέμα του οποίου η μη επίλυση να μην αποτελεί, με τη σειρά της, μια λύση». Κάθε μήνας καθυστέρησης είναι κερδισμένος. Ετσι ανεβλήθη κάθε απόφαση για το ασφαλιστικό επί 25 χρόνια. Ετσι, το θέμα συντάξεων παραπέμφθηκε τον Ιανουάριο του ’19· καθώς ο χρόνος αυτός πλησιάζει θα αναβληθεί και λίγο παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να αποφευχθεί είναι κάθε συζήτηση που οδηγεί σε αμετάκλητες καταστάσεις, γιατί αυτή δεν σηκώνει αλλαγές και νέες διαπραγματεύσεις. Εξετάζουμε, δηλαδή, αν περισσεύουν λεφτά το 2019, και όχι αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν και το 2021.

Καβαλάρης δεύτερος: Greek statistics. Μεθοδευμένη αριθμητική ομίχλη. Οπως και στα δημοσιονομικά: «Ετσι είναι γιατί έτσι νομίζουμε». Με το (πραγματικό) έλλειμμα και τις δαπάνες στα ουράνια, η εικονική πραγματικότητα το 2009 επέτρεπε να κατηγορούμε το Δημόσιο για υπερβολική λιτότητα. Στην περίπτωση των συντάξεων, το «κόλπο» εμφανίζεται σε δύο εκδοχές. Πρώτον, γενική θολούρα, απόκρυψη στοιχείων. Είτε δεν δημοσιεύονται καθόλου στοιχεία για συντάξεις είτε δημοσιοποιούνται τμηματικά ή με ελλείψεις. Κάθε τόσο αναφέρονται νέοι αριθμοί για εκκρεμούσες αιτήσεις συνταξιοδότησης, οι οποίοι δεν συμπεριλαμβάνονται στη δαπάνη (όπως θα έπρεπε, αν γινόταν συνεπής δημοσιονομική καταγραφή). Τα έξοδα συντάξεων δημοσιεύονται μηνιαία (σύστημα «Ηλιος»), αλλά ποτέ μαζί με τις εισφορές (Σύστημα «Εργάνη») και οπωσδήποτε ποτέ σε ετήσια βάση, ώστε να αντιπαρατεθούν με τις επιχορηγήσεις (Σύστημα «Χάος»).

Για το θέμα των περικοπών κυριαρχεί ειδική θολούρα. Η κυβέρνηση δημοσιοποίησε (μέσω της Ε.Ε. τον Μάιο 2018) ότι προβλέπει μεταξύ 2018 και 2020 μια μείωση συντάξεων κατά 3,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, ή 22%. Από αυτά, οι διαβόητες περικοπές Αχτσιόγλου του Ιανουαρίου είναι μόνο το ένα τέταρτο της συνολικής μείωσης (1% του ΑΕΠ). Ουδείς εξήγησε από πού θα προκύψουν τα υπόλοιπα τρία τέταρτα της μείωσης. Ποιανών οι συντάξεις θα μειωθούν, πόσο και με ποια δικαιολογία; Οι θολοί λογαριασμοί διατηρούν και την πίτα ολόκληρη και τους συνταξιούχους χορτάτους…

Καβαλάρης τρίτος: Το κρέας ψάρι. Μεθοδευμένη εννοιολογική ομίχλη. Οπως και πριν από το 2010, «Λεφτά υπάρχουν» – νομίζαμε ότι είμαστε πλούσιοι. Στην περίπτωση των συντάξεων, το έλλειμμα κατανόησης αφορά το αν η περικοπή είναι δημοσιονομικό και όχι διαρθρωτικό μέτρο. Αλλά, πώς ορίζουμε τις δύο έννοιες; Ο υπουργός Οικονομικών ταυτίζει το δημοσιονομικό με «παροδικό» ή «εφήμερο», και άρα «κακό». Αντιπαρέρχεται, βεβαίως, ότι αν κάτι είναι παροδικό φέτος θα ήταν και όταν ψήφιζε τον νόμο πέρυσι. Σύμφωνα με τη λογική του, το επιπλέον κόστος δεν αφορά τους νέους συνταξιούχους, αλλά μόνο όσους πρόλαβαν τον Μάιο του 2016. Αυτοί σταδιακά εκλείπουν, και έτσι η περικοπή αποτελεί «μόνο» κληρονομιά του παρελθόντος. Τη χρηματοδότηση του κόστους αυτής (legacy cost) μπορούμε άφοβα να την επιμερίσουμε στους υπόλοιπους φορολογουμένους.

Ποιο είναι το πρόβλημα με τον συλλογισμό αυτόν; Τις συντάξεις των παλιών (που ευτυχώς για εκείνους θα μακροημερεύσουν) τις χρεώνουμε στους ασφαλισμένους, με τη λογική «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα». Για να μην είναι διαρθρωτική η περικοπή, το σύστημα συντάξεων θα έπρεπε να φροντίζει ώστε το επιπλέον βάρος των παλαιών να μη στοιχειώνει τους νέους. Αντιθέτως, θεμελιώδες στοιχείο του ασφαλιστικού Κατρούγκαλου είναι η πληρωμή των σημερινών συντάξεων από τις σημερινές εισφορές. Τη μη περικοπή τη χρηματοδοτούν οι νεότεροι – πληρώνοντας για δικαιώματα τα οποία ο νόμος τους στέρησε. Η δομική ανισότητα υπέρ των παλιών δηλητηριάζει σε μόνιμη, διαρθρωτική βάση, την ασφάλιση των νέων.

Για να μην είναι διαρθρωτικό μέτρο η ευνοϊκή αντιμετώπιση όσων πρόλαβαν, θα έπρεπε η δομή του συστήματος ασφάλισης να επιτρέπει το κόστος της εύνοιας να απομονωθεί, να δικαιολογηθεί, προκειμένου να πληρωθεί ξεχωριστά. Αλλιώς, η ύπαρξη μιας δομικής αδικίας θα οδηγεί σε άλλες, ή θα δικαιολογεί την επέκταση των προνομίων. Γιατί να μη γευτούν και οι νέοι αυτά που ήδη πληρώνουν για άλλους;

Γ΄ Τελικά, πρέπει ή όχι να μειωθούν οι συντάξεις τον Ιανουάριο;

Για να μπορεί να απαντηθεί αυτή η ερώτηση, η εξισορρόπηση της επιβάρυνσης πρέπει να είναι προϊόν ψύχραιμης εξέτασης. Πώς επιμερίζεται το κόστος της κρίσης; Πόσο μπορούν να πληρώσουν οι παλιοί και πόσο οι νέοι; Αν ως κοινωνία επιθυμούμε μια μόνιμη και δίκαιη λύση, δεν μπορούμε να παρακάμψουμε αυτά τα δύσκολα θέματα. Μια περικοπή αυτού του μεγέθους δεν γίνεται χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση.

Ομως η επέλαση των τριών καβαλάρηδων της υπεκφυγής εξαφανίζει το ερώτημα, φροντίζοντας να μην μπορεί να δοθεί απάντηση: Ο τρίτος καβαλάρης βαφτίζει τα διαρθρωτικά σαν δημοσιονομικά. Ο δεύτερος βρίσκει λεφτά ακόμη και εκεί που δεν υπάρχουν. Ετσι, ο πρώτος καταλήγει ότι δεν υπάρχει βιασύνη. Μέσα στη γενική θολούρα, ελπίζουν κάποιοι, οι δικαιούχοι θα προλάβουν να μας αποχαιρετίσουν πριν συνειδητοποιήσουν οι υπόλοιποι τι έγινε. Αποστέλλεται ο λογαριασμός στους συνήθεις υπόπτους, «στη ζούλα», χωρίς δυσάρεστες συζητήσεις και προβληματισμούς.

Οπως και πριν, οι τρεις καβαλάρηδες διασφαλίζουν το κομματικά «ορθόν». Οπως και τότε, όμως, μας μεταφέρουν λίγο πιο κοντά στον γκρεμό.

* Ο κ. Πλάτων Τήνιος είναι επίκουρος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πειραιώς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ