ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το Ριάντ δεν μπορεί να προκαλέσει νέα κρίση πετρελαίου

ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

Για πρώτη φορά μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, η Σαουδική Αραβία απείλησε να χρησιμοποιήσει το πετρέλαιο ως όπλο, μειώνοντας την παραγωγή τόσο ώστε να εκτοξευθούν οι τιμές του στα 100, 150 ή και στα 200 δολάρια το βαρέλι.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η προοπτική μιας νέας πετρελαϊκής κρίσης φάνηκε να απειλεί τελευταία την παγκόσμια οικονομία ως παρεπόμενο της μακάβριας υπόθεσης Κασόγκι και της συνεπακόλουθης διπλωματικής κρίσης ανάμεσα στο Ριάντ και στην Ουάσιγκτον. Για πρώτη φορά μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, η Σαουδική Αραβία απείλησε να χρησιμοποιήσει το πετρέλαιο ως όπλο μειώνοντας την παραγωγή τόσο ώστε να εκτοξευθούν οι τιμές του στα 100, 150 ή και στα 200 δολάρια το βαρέλι. Αφησε εν ολίγοις να εννοηθεί ότι θα επιχειρήσει να γονατίσει την παγκόσμια οικονομία αν, βεβαίως, υποστεί κυρώσεις από την Ουάσιγκτον για την εμπλοκή της στη δολοφονία του ανταποκριτή της Washington Post. Η ανησυχία που προκάλεσε η απειλή ήταν πάντως δικαιολογημένη καθώς το βασίλειο αποτελεί την «κεντρική τράπεζα του πετρελαίου», όπως εύστοχα την έχουν χαρακτηρίσει αναλυτές. Το ερώτημα είναι, όμως, κατά πόσον ο οίκος των Σαούντ παραμένει κυρίαρχος του παιχνιδιού στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου όπως ήταν άλλοτε και υπό την έννοια που ήταν άλλοτε, στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ή ακόμη και μέχρι αρκετά προσφάτως. Ενα μείγμα από ετερόκλητους παράγοντες φαίνεται πως θέτει φραγμούς στην πάλαι ποτέ υπερεξουσία του Ριάντ στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Αυτό εκτιμούν τουλάχιστον ορισμένοι αναλυτές και μέχρι στιγμής φαίνεται να τους δικαιώνει η πορεία των τιμών.

Τα επίπεδα στα οποία κυμάνθηκαν οι τιμές του «μαύρου χρυσού» όταν κορυφωνόταν η ένταση ανάμεσα στο Ριάντ και στην Ουάσιγκτον δεν υπερέβησαν τα 83 με 84 δολάρια το βαρέλι. Ηταν, δηλαδή, στη χειρότερη περίπτωση εκείνα των ημερών μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επαναφέρει το εμπάργκο κατά του Ιράν. Τις τελευταίες ημέρες οι τιμές του «μαύρου χρυσού» αποκλιμακώθηκαν, με το Brent να υποχωρεί στα 79 δολάρια το βαρέλι. Πληθώρα αναλυτών απέδιδε την προσωρινή άνοδο των τιμών στο εμπάργκο κατά της Τεχεράνης, που επανέρχεται στις αρχές Νοεμβρίου. Τη δεκαετία του 1970, άλλωστε, η παγκόσμια οικονομία γνώρισε και δεύτερη πετρελαϊκή κρίση, το 1979, μετά την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν και τη ρήξη της Τεχεράνης με την Ουάσιγκτον.

Μιλώντας στο αμερικανικό δίκτυο CNBC ο Γουόρεν Πάτερσον, αναλυτής της αγοράς Εμπορευμάτων στην ING, τόνισε πως αν η Σαουδική Αραβία αποφασίσει να μειώσει την παραγωγή της για να οδηγήσει τις τιμές στα ύψη, «απλούστατα θα επισπεύσει τη διαδικασία της μετάβασης σε κάποια άλλη μορφή ενέργειας». Εν ολίγοις, «θα πυροβολήσει τα πόδια της», όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο αναλυτής. Βρισκόμαστε πράγματι σε μια εποχή επιθετικού ανταγωνισμού μεταξύ αυτοκινητοβιομηχανιών για την ανάπτυξη ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, ενώ είναι σαφής η στροφή μεγάλων οικονομιών σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το ίδιο ακριβώς εκτιμά ο Χαβιέ Μπλας, αναλυτής του Bloomberg, ο οποίος προεξοφλεί πως αν το Ριάντ οδηγήσει τις τιμές στα ύψη θα προκαλέσει ελεύθερη πτώση της ζήτησης για πετρέλαιο παγκοσμίως και θα επιταχύνει τη στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα. Επικαλείται μάλιστα το πώς εξελίχθηκε η ζήτηση μετά την πετρελαϊκή κρίση που προκάλεσε το εμπάργκο του 1973-1974 και εκείνη του 1979. Οπως τονίζει, η ζήτηση από τις βιομηχανικές χώρες κατέρρευσε τότε και δεν ανέκαμψε ποτέ σε αντίστοιχα επίπεδα. Ακόμη και σήμερα, τονίζει ο ίδιος αναλυτής, η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Βρετανία καταναλώνουν λιγότερο πετρέλαιο από αυτό που κατανάλωναν το 1974.

Οι πετρελαϊκές κρίσεις, αποδείχθηκαν πιο επιζήμιες για Σ. Αραβία παρά για ΗΠΑ

Στην πλειονότητά τους οι αναλυτές της αγοράς πετρελαίου θεωρούν απίθανο να υλοποιήσει η Σαουδική Αραβία την απειλή της και να μειώσει δραστικά την παραγωγή της για να εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου. Η συλλογιστική τους βασίζεται πάντα στο πλήγμα που θα υποστεί η ίδια η Σαουδική Αραβία, αλλά αποκλίνουν ως προς το ποιο ακριβώς θα είναι αυτό το πλήγμα. Σύμφωνα με τον Μαχμούντ ελ Γκαμάλ, οικονομέτρη και καθηγητή στο Rice University, οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979 σε βάθος χρόνου αποδείχτηκαν πολύ πιο επιζήμιες για την οικονομία των Σαούντ παρά για την οικονομία των ΗΠΑ. Οπως τονίζει ο Ελ Γκαμάλ, το αμερικανικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ ανέκαμψε ταχύτατα τη δεκαετία του 1980 ενώ στη Σαουδική Αραβία κατέρρευσε και δεν άρχισε να ανακάμπτει παρά μόλις στα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι ακόμη και η Σαουδική Αραβία δρομολογεί τελευταία την απεξάρτηση της οικονομίας της από το πετρέλαιο και στρέφεται στον τουρισμό ενώ διαθέτει μεγάλες εκτάσεις για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών. Η απόφασή της αντανακλά τις ανατροπές που έχουν μεσολαβήσει στον ενεργειακό χάρτη με προεξάρχουσα τη σχιστολιθική επανάσταση στις ΗΠΑ. Μια επανάσταση που αποδυνάμωσε τον ρόλο του ΟΠΕΚ στον καθορισμό των τιμών στην παγκόσμια αγορά και άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων. Τον Ιούνιο του 2014, το πετρέλαιο εκτινάχθηκε πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι αμέσως μετά την κατάληψη των διυλιστηρίων της Μοσούλης από τζιχαντιστές. Στη συνέχεια, όμως, και χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάποια άλλη μεταβολή πέραν της υπερπαραγωγής σχιστολιθικών υδρογονανθράκων στις ΗΠΑ, οι τιμές του «μαύρου χρυσού» βρέθηκαν σε ελεύθερη πτώση επί ενάμιση χρόνο.

Αμφισβητείται, άλλωστε, και η υπεροχή της Σαουδικής Αραβίας ως προς την πλεονασματική παραγωγική της δυνατότητα. Το Ριάντ προβάλλει πάντα την ισχύ του στην αγορά πετρελαίου επικαλούμενο τη δυνατότητά του να αυξήσει την παραγωγή του φτάνοντας τα 12 εκατ. βαρέλια την ημέρα, αλλά και να την παγιώσει σε αυτό το επίπεδο εάν χρειαστεί. Πρόσφατη έκθεση του αμερικανικού Energy Intelligence Group, όμως, τονίζει πως η Σαουδική Αραβία «θα χρειαστεί νέες γεωτρήσεις και επομένως νέες επενδύσεις εάν θέλει να αυξήσει την παραγωγή της πέραν των 11 εκατ. βαρελιών την ημέρα». Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, άλλωστε, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο το Ριάντ πούλησε πετρέλαιο από τα αποθέματά του. Για κάποιους άλλους, το Ριάντ διστάζει να πάει τα πράγματα στα άκρα καθώς ετοιμάζεται για την αρχική δημόσια εγγραφή της Aramco, της ναυαρχίδας του πετρελαϊκού κλάδου. Δεν θα ήθελε να αντιμετωπίσει εμπόδια από την Ουάσιγκτον εάν τελικά η Aramco είναι να εισαχθεί στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ