ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Θα μπορούσε να είχε εκτελεστεί από τους Γερμανούς στα 26 του στην Κρήτη, και μάλιστα δύο φορές. Θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί στα 30 του από ενέδρα των κομμουνιστών στον δρόμο για το Ρέθυμνο και στα 47 του, στα «Ιουλιανά», όταν πέρασε μέσα από μια διαδήλωση οργισμένων πολιτών. Ηταν στόχος της χούντας, που έστειλε πράκτορα στο Παρίσι για να βάλει φωτιά στο σπίτι του. Τρομοκράτες επιχείρησαν να τοποθετήσουν βόμβες δύο φορές σε εξέδρες από τις οποίες θα μιλούσε, στη Λεωφόρο Κατεχάκη και στη Μυτιλήνη το 1989. Κι όμως, επέζησε όλων αυτών και ήταν παρών ώς τα 99 του, ώς τις 29 Μαΐου 2017 που έφυγε από τη ζωή. Παραλίγο να γιόρταζε και ο ίδιος μαζί με την οικογένεια και τους φίλους του τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, που έκλεισαν στις 18 Οκτωβρίου 2018.

Ο Μητσοτάκης δεν αγαπήθηκε από τους Ελληνες. Αντίθετα, μισήθηκε από πολλούς και υπήρξαν εποχές, ιδίως ανάμεσα στον Ιούλιο του 1965, όταν πρωταγωνίστησε στην αποστασία και στον Μάιο 1978, όταν εντάχθηκε στη Νέα Δημοκρατία, που έζησε απομονωμένος και αποσυνάγωγος. Ηταν ίσως ο μοναδικός πολιτικός μετά τον Ελευθέριο Βενιζέλο που συγκρούστηκε σκληρά και επανειλημμένως, όχι απλώς με τους πολιτικούς αντιπάλους του, αλλά κυρίως με τον ίδιο τον λαό, με τις εδραίες πεποιθήσεις της κοινής γνώμης για τη δημοκρατία, για τα εθνικά θέματα και για την οικονομία. Ηταν πολιτικός γόνος και ο ίδιος. Ηταν εγγονός του Κωστή Μητσοτάκη που ίδρυσε το Κόμμα των Ξυπόλυτων στην Κρήτη το 1878. Το 1910, ο αδελφός της γιαγιάς του, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, παρέλαβε το κόμμα και το μετονόμασε σε Κόμμα Φιλελευθέρων. Ο Μητσοτάκης ήταν ο νεότερος εκφραστής του βενιζελισμού στην παράταξη του Κέντρου στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Η αφοβία για τη σύγκρουση που τον χαρακτήριζε τρόμαζε και εξόργιζε συμμάχους και αντιπάλους. Παρ’ όλα αυτά δεν κάμφθηκε και δεν χάθηκε όση λαϊκή οργή κι αν απορροφούσε σαν αλεξικέραυνο.


Στην ομιλία της Αθήνας στις 6 Απριλίου 1990. Στις εκλογές της 8ης Απριλίου η Ν.Δ. κέρδισε με 46,89% και στις 11 Απριλίου ορκίστηκε πρωθυπουργός.

«Εμένα με έσωσε το γεγονός ότι σε όλη μου τη ζωή είχα φίλους. Το γεγονός ότι στήριζα τους φίλους μου είχε ως συνέπεια –διότι στη ζωή έτσι είναι– ότι είχα φίλους που δεν με εγκατέλειψαν ποτέ», έχει πει στον Αλέξη Παπαχελά («Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με τα δικά του λόγια – Τόμος Α΄: 1942-1974», εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2017). Η φράση αυτή κρύβει πολλά. Ο Μητσοτάκης ήταν γεννημένος πολιτικός. Αντίπαλοι και υποστηρικτές του συγκλίνουν στο γεγονός ότι ασκούσε την πολιτική στην πεμπτουσία της, που είναι η δράση στην πόλη, η αδιάκοπη δημιουργία και διαχείριση σχέσεων σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα. Πολιτικοί ευφυείς, καταρτισμένοι και ευφραδείς υπάρχουν αρκετοί. Γεννημένος πολιτικός είναι όμως μόνο εκείνος που γνωρίζει ότι το κοίτασμα της ισχύος βρίσκεται στις σχέσεις με όλους – και προπαντός στις σχέσεις με τους εχθρούς του.

Υπουργοί σχεδόν όλων των κυβερνήσεων διηγούνται συχνά περιστατικά που σήκωναν το τηλέφωνο και έκπληκτοι άκουγαν τον Μητσοτάκη να τους ρωτάει για την έκβαση ενός αιτήματος, για μια καθαρίστρια, για έναν οδηγό, για έναν εργάτη. Οχι μόνο δεν απέφευγε το ρουσφέτι, αλλά το υποστήριζε φιλοσοφικά. «Είναι παρεξηγημένη έννοια το ρουσφέτι. Γιατί δηλαδή όταν προστατεύεις κάποιον φτωχό, άνθρωπο που δεν έχει στον ήλιο μοίρα, όταν βοηθάς έναν ταλαίπωρο να βρει το δίκιο του, γιατί κάνεις κακό; Δεν το καταλαβαίνω». Ομως, όσοι στέκονται στα ρουσφέτια για να εξηγήσουν το φαινόμενο Μητσοτάκη, χάνουν την ουσία. Ο Μητσοτάκης ήταν ίσως ο μοναδικός πολιτικός που πρωταγωνιστούσε στη σφυρηλάτηση σχέσεων στο επίπεδο του χωριού, της γειτονιάς και της κουμπαριάς, στο επίπεδο των ελίτ της κοινοβουλευτικής, οικονομικής, θεσμικής, ακαδημαϊκής και πολιτιστικής ζωής, αλλά και στο πεδίο των επαφών στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στον ΟΗΕ, στη Ρωσία, στην Τουρκία, στο Ισραήλ, στον αραβικό κόσμο. Για τον Μητσοτάκη δεν υπήρχαν περιορισμοί και στεγανά. Αποκτούσε φίλους και συνομιλητές παντού.


1η Ιουνίου 2004, στη συναυλία του Παβαρότι στο Ηρώδειο. Με τη σύζυγό του Μαρίκα Γιαννούκου (1930-2012) παντρεύτηκε στις 6 Ιουνίου 1953.

Επομένως, λάτρευε την αντιπαράθεση και πρώτος έπεφτε στη μάχη γιατί πίστευε ότι χωρίς σύγκρουση τίποτα δεν αλλάζει. Ταυτόχρονα, όμως, πρώτος αναγνώριζε ότι η σύγκρουση πρέπει να ακολουθείται από συνεννόηση, γιατί χωρίς συνεννόηση τίποτα δεν μπορεί να χτιστεί. Χάρη στην αδιάκοπη αλληλουχία συγκρούσεων και συνεννοήσεων ο εμπνευστής του Ανένδοτου αγώνα κατά της Δεξιάς και του Καραμανλή το 1961, έγινε υπουργός του Καραμανλή το 1978 και αρχηγός της Δεξιάς το 1984. Αυτός που μπήκε στη μέση για να μην απλωθεί ο εμφύλιος στην Κρήτη ήταν αντίπαλος των κομμουνιστών και ένας από τους πιο σταθερούς στυλοβάτες του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας. Ο υπερασπιστής των σχέσεων με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ ήταν εκείνος που πρώτος υποστήριξε τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και μερίμνησε για την απελευθέρωση του Χαρίλαου Φλωράκη που βρισκόταν στη φυλακή ώς το 1966. Με το ΚΚΕ και τον Φλωράκη έχτισαν το 1989 την κυβέρνηση Τζαννετάκη.

Οι αντιθέσεις

Ο πολιτικός που πρωτοστάτησε για να ψηφίσει η Βουλή την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο τον Σεπτέμβριο του 1989, ήταν ο ίδιος που τον Νοέμβριο του 1989 τον κάλεσε και συγκυβέρνησαν στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα. Ο υπερασπιστής του φτωχού που ζητούσε εξυπηρετήσεις και διορισμούς, ήταν ο νεοφιλελεύθερος κήρυκας της λιτότητας και των ιδιωτικοποιήσεων. Ο πρωθυπουργός που δήλωσε «με έριξε η διαπλοκή», ήταν ο ίδιος που διαβεβαίωνε ότι ποτέ δεν διέκοψε τις σχέσεις του με τους διαπλεκόμενους που τον έριξαν.


Συνάντηση στις 6 Νοεμβρίου 1992 με τον καγκελάριο της Γερμανίας Χέλμουτ Κολ, με τον οποίο διατηρούσε προσωπική φιλία και άριστη συνεργασία.

Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν για διγλωσσία, κυνισμό και υποκρισία. Παράλληλα, όμως, ίσως υπάρχει μια εναλλακτική εξήγηση για το «φαινόμενο Μητσοτάκη». Ο Μητσοτάκης αντιλαμβανόταν ότι η απομόνωση είναι ο θάνατος του πολιτικού. Αποδεχόταν ότι η εξουσία μοιάζει με σαιξπηρική τραγωδία. Οτι ακόμα και η συμμετοχή στην πιο σκληρή αντιπαράθεση είναι ρόλος και οι ρόλοι εναλλάσσονται. Οσο κι αν απογοητεύθηκε, όσο κι αν χτυπήθηκε, όσο κι αν πίστευε ο ίδιος ότι αδικήθηκε, δεν αποχώρησε ποτέ από τη σκηνή των συγκρούσεων και των συναινέσεων. Η ιδιοσυγκρασία του είχε κάτι από την ίδια τη ζωή, με την αντιφατική υπόσταση, τη σκληράδα και τη αντοχή της. Γι’ αυτό ίσως η ζωή τον κράτησε κοντά της τόσο πολύ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ