ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα διαμάντια της τέχνης βγαίνουν από τα σαλόνια των ιδιοκτητών τους, για να εκτεθούν στα ιδιωτικά τους μουσεία και στο κοινό.

Τον έχουν χαρακτηρίσει τον πιο ισχυρό άνθρωπο στον κόσμο της σύγχρονης τέχνης. Το καλοκαίρι του 2017 ο François Pinault, ιδιοκτήτης του οίκου δημοπρασιών Christie’s και συλλέκτης, ανακοίνωσε στον Τύπο ότι μέσα στο 2019 θα στεγάσει την ιδιωτική του συλλογή –μία από τις μεγαλύτερες του κόσμου– σ’ ένα νέο μουσείο κοντά στο Λούβρο. Ο επιχειρηματίας κατάφερε έπειτα από μακροχρόνιες προσπάθειες να βρει εντός γαλλικού εδάφους το κατάλληλο μέρος για τα περισσότερα από 3.500 έργα που έχει συλλέξει σημαντικών δημιουργών, ανάμεσά τους οι Μark Rothko, Lucio Fontana, Jeff Koons, Damien Hirst και άλλοι, αξίας περί τα 1,2 δισ. ευρώ,.

Πρόκειται για το Bourse de commerce (το παλιό κτίριο του Χρηματιστηρίου), το οποίο θα μεταμορφώσει σε μουσείο σύγχρονης τέχνης με επικεφαλής αρχιτέκτονα τον Tadao Ando. Ο θόλος του χρονολογείται από το 1811 και θεωρείται ιστορικό μνημείο. Ο αρχιτεκτονικός θησαυρός, που έχει σχεδιαστεί σύμφωνα με το Πάνθεον, χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως τόπος ανταλλαγής σιτηρών, αργότερα στέγασε το χρηματιστήριο και τελευταία ένα τμήμα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου. To μισθωτήριο που υπέγραψε ο Pinault έχει ισχύ 50 χρόνων και το κόστος της αναμόρφωσης ανέρχεται στα 108 εκατομμύρια ευρώ.

Για την ιστορία, ο Γάλλος συλλέκτης είχε επιχειρήσει πολλά χρόνια νωρίτερα να χτίσει ένα νέο μουσείο δίπλα στο παλιό εργοστάσιο της Renault, στο νησάκι Seguin στον Σηκουάνα, όμως οι δυσκολίες που αντιμετώπισε τον έκαναν να στρέψει το ενδιαφέρον του στη Βενετία, όπου μετέτρεψε δύο κτίρια-μνημεία της πόλης –το Palazzo Grassi (2005) και την Punta della Dogana (2009)– σε σημαντικά μουσεία σύγχρονης τέχνης, αναθέτοντας την αναμόρφωσή τους και πάλι στον Γιαπωνέζο αρχιτέκτονα Tadao Ando.


Από αριστερά: O αρχιτέκτονας Frank Gehry, ο επιχειρηματίας Bernard Arnault, ο τότε πρωθυπουργός της Γαλλίας François Hollande (2017) και η δήμαρχος Anne Hidalgo κοιτάζουν τη μακέτα του αναγγελθέντος μουσείου. (Φωτογραφία: Christophe Petit-Tesson/Pool Photo via AP)

Λίγο νωρίτερα, την άνοιξη του 2017, ο επίσης Γάλλος Bernard Arnault, του ομίλου Louis Vuitton LVMH, είχε ανακοινώσει τη δημιουργία ενός νέου ιδιωτικού μουσείου που θα στεγάσει την προσωπική του συλλογή με έργα των Pablo Picasso, Gerhard Richter, Yves Klein, Henry Moore, Andy Warhol, κ.ά. Το κτίσμα, που μέχρι το 2005 φιλοξενούσε το Εθνολογικό Μουσείο, βρίσκεται κοντά στο Fondazione Louis Vuitton. Την αναμόρφωση των 15.100 τ.μ. ανέλαβε ο Αμερικανός Frank Gehry –έχει χαρακτηριστεί ο σπουδαιότερος αρχιτέκτονας της εποχής μας– και το νέο μουσείο θα ανοίξει στο κοινό στο 2022. Ο επιχειρηματίας μίσθωσε το κτίριο για 50 χρόνια προς 150.000 ευρώ τον χρόνο και η ανακαίνισή του θα φτάσει τα 158 εκατ. ευρώ.

ΧΟΡΗΓΟΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Ο πολιτισμός βρίσκεται συχνά στα χέρια των ιδιωτών, επειδή προφανώς έχουν το κεφάλαιο, αλλά συχνά και το όνειρο, να στήσουν από το μηδέν ένα μουσείο για την προσωπική τους συλλογή με έργα τέχνης. Τον Ιούλιο του 2016, ένα δημοσίευμα των New York Times εξηγούσε ότι όλο αυτό συμβαίνει διότι, εκτός από τους προφανείς οικονομικούς λόγους (φοροελαφρύνσεις κ.λπ.), εξίσου σημαντικό γι’ αυτούς τους ανθρώπους είναι η... υστεροφημία τους. Μια τιμή που διεκδικούν να τους αποδοθεί φτιάχνοντας ένα μουσείο που –συχνά– φέρει και το όνομά τους.

Ας μην ξεχνάμε ωστόσο ότι ο θεσμός της χορηγίας, τον οποίο πρώτη η αρχαία Ελλάδα εφάρμοσε, είχε στόχο να απαλλαγεί η πολιτεία από ορισμένες δαπάνες, χωρίς όμως να ζημιωθεί ο πολιτισμός. Στην ίδια λογική ήταν και τα χορηγικά µνηµεία στο δεύτερο µισό του 4ου αιώνα π.Χ. που έχτιζαν εύποροι Αθηναίοι, µε τον όρο να χαραχτεί πάνω σ’ αυτά το όνοµά τους. Στο πέρασμα των χρόνων ο θεσμός διατηρήθηκε, φτάνοντας να «ερμηνευτεί» ξανά από τους σύγχρονους νομικούς και οικονομικούς κύκλους του αγγλοσαξονικού δικαίου, όπου με τη λέξη «sponsoring» εννοείται το οικονομικό κεφάλαιο που δίνει κάποιος για να καλύψει τις ανάγκες για την πραγματοποίηση έργων –κάθε είδους– για χάρη του κοινωνικού συνόλου.     

Τα ιδιωτικά μουσεία, όπως και όλα τα μουσεία, ως χώροι πολιτιστικής κληρονομιάς, ανεξάρτητα από το αν στεγάζονται σε καινούργια ή ιστορικά κτίρια, μας μαθαίνουν ποιοι είμαστε και πώς εξελισσόμαστε. Μας υπενθυμίζουν επίσης ότι και οι ίδιοι αποτελούμε μέρος μιας πολιτιστικής συνέχειας, την οποία πρέπει με τη σειρά μας να διαφυλάξουμε για τις επόμενες γενιές.  

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΚΙΝΟ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Υπάρχουν ήδη πολλά παραδείγματα συλλεκτών οι οποίοι έχουν φτιάξει τα δικά τους μουσεία.Οι Βέλγοι Guy και Myriam Ullens  ίδρυσαν το 2007 το Ullens Center for Contemporary Art (ucca.org.cn), ένα από τα πρώτα τόσο πλούσια σε ποικιλία μη κερδοσκοπικά κέντρα τέχνης στην Κίνα. Στεγάστηκε σε ένα εργοστάσιο πυρομαχικών στο Πεκίνο, που αναμορφώθηκε και λειτούργησε αρχικά με έργα σύγχρονης τέχνης Κινέζων καλλιτεχνών από την προσωπική συλλογή των ιδρυτών του. Πλέον παρουσιάζει περιοδικές εκθέσεις με μερικούς από τους καλύτερους δημιουργούς που δουλεύουν σήμερα στην Ανατολική Ασία, όπως οι Huan Yong Oing, Zhang Huan, Yan Pei Ming κ.ά.

Στο πιο πλούσιο εμιράτο της Μέσης Ανατολής, το Κατάρ, άνοιξε το 2010 το Mathaf: Arab Museum of Modern Art (qm.org.qa) με περισσότερα από 6.000 έργα από όλες τις αραβικές χώρες, που χρονολογούνται από το 1840 μέχρι σήμερα. Ιδρυτής του και πρόεδρος είναι ο εμίρης Sheikh Hassan bin Mohamed bin Ali al Thani, ο οποίος ξεκίνησε τη συλλογή του πριν από 20 χρόνια και σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συλλέκτες σύγχρονης τέχνης στον κόσμο. Το μουσείο στεγάζεται σε ένα πρώην σχολείο στην Ντόχα, το οποίο μετέτρεψε σε εκθεσιακό χώρο ο Γάλλος αρχιτέκτονας Jean-Francois Bodin. Στόχος του εμίρη, που είναι και ο ίδιος καλλιτέχνης, ήταν να έρχεται ο επισκέπτης σε επαφή με έργα μοντέρνας τέχνης από Άραβες καλλιτέχνες.

Μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές συλλογές σύγχρονης τέχνης στον κόσμο, ανοιχτή στο κοινό, είναι η Rubell Family Collection (rfc.museum), με έργα των Jean-Michel Basquiat, Cindy Sherman, Takashi Murakami και εκατοντάδων ακόμα σημαντικών καλλιτεχνών. Οι Don και Mera Rubell άρχισαν να συλλέγουν στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ωστόσο η φήμη τους εκτινάχθηκε μετά το 1993, όταν διαμόρφωσαν σε μουσείο σύγχρονης τέχνης μια αποθήκη στο Μαϊάμι της Φλόριντα και άρχισαν να εκθέτουν δημόσια.


Sammlung Boros Collection στο Βερολίνο. (Φωτογραφία: Noshe/Andreas Gehrke)

Επί ευρωπαϊκού εδάφους και πάλι, το ζευγάρι των συλλεκτών Poju και Anita Zabludowicz (Φινλανδοί γεννημένοι στη Μεγάλη Βρετανία) εγκαινίασαν τον δικό τους χώρο, που στεγάζει τη Συλλογή Zabludowicz (zabludowiczcollection.com), το 2007 στο Λονδίνο. Πρόκειται για ένα παλιό παρεκκλήσι μεθοδιστών του 1867-1871, χτισμένο σε κορινθιακό ρυθμό. Το 1963 λειτούργησε εκεί η London Drama of School και μετά τη μετακίνηση της σχολής το παρεκκλήσι εγκαταλείφθηκε.

Στην ελίτ πλέον συνοικία του Mitte στο Βερολίνο, το κτίριο Bunker, όπως είναι γνωστό, είχε ήδη μακρά πορεία προτού το αγοράσει ο Christian Boros το 2003. Κατασκευάστηκε το 1942 για να λειτουργήσει ως καταφύγιο από αεροπορικές επιδρομές. Μάλιστα οι φθορές από αυτές είναι εμφανείς πάνω στο κέλυφός του, ενώ στο εσωτερικό του είναι ορατά τα «σημάδια» από την εποχή που ο χώρος λειτουργούσε ως techno club στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το Bunker είχε χρησιμοποιηθεί επίσης ως στρατόπεδο κρατουμένων το 1945, αποθήκη κλωστοϋφαντουργίας το 1949, χώρος διεξαγωγής του φεστιβάλ τέχνης «Insideout» το 2002. Το παρελθόν του κτιρίου ενέπνευσε τον Christian Boros, ο οποίος απευθύνθηκε στους αρχιτέκτονες Jens Casper και Petra Petersson για να το μετατρέψουν στo Sammlung Boros, έναν εκθεσιακό χώρο 3.000 τ.μ. Μάλιστα, κατά την ανακαίνιση προστέθηκε ένα ρετιρέ στην ταράτσα του κτιρίου όπου εγκαταστάθηκε ο ίδιος με την οικογένειά του. Τα περίπου 700 έργα της συλλογής περιλαμβάνουν έργα των Ai Weiwei, Awst & Walther, Dirk Bell, Cosima von Bonin, Marieta Chirulescu, Thea Djordjadze, Olafur Eliasson, Alicja Kwade, Klara Lidén, Guan Xiao και πολλών άλλων.


Για το Fondazione Prada στο Μιλάνο, τα παλιά κτίρια ενός αποστακτηρίου συνδυάστηκαν με τρία νέα, μοντέρνας αρχιτεκτονικής. (Φωτογραφία: AFP/VISUALHELLAS.GR) 

Στο Μιλάνο το Fondazione Prada δημιουργήθηκε το 1993 από τη Miuccia Prada –τη νεαρότερη εγγονή του Mario Prada, επικεφαλής της ιταλικής επιχείρησης πολυτελών ειδών από το 1978–, με στόχο να λειτουργήσει σαν μια «πλατφόρμα» που θα διοργανώνει εκθέσεις σύγχρονης τέχνης, αρχιτεκτονικής, κινηματογράφου κ.λπ. Στεγάζεται σε ένα συγκρότημα που ήταν παλιά αποστακτήριο και μεταμορφώθηκε με την επέμβαση του αρχιτεκτονικού γραφείου των ΟΜΑ. Το συγκρότημα του Μιλάνου λειτουργεί συμπληρωματικά στον εκθεσιακό χώρο του ιδρύματος στη Βενετία, που στεγάζεται στο ιστορικό παλάτσο Ca ‘Corner della Regina, στο Μεγάλο Κανάλι, και λειτουργεί από το 2011. 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ