ΕΛΛΑΔΑ

Ο θάνατος ως δυνατότητα

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΘΑΝΑΣΑΣ*

«Αυτοπροσωπογραφία με σύμβολα της ματαιότητας της ζωής» (1651). Εργο του Ολλανδού Ντέιβιντ Μπέιλι (1584-1657).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ

Ηδη από πολύ νωρίς, στον πλατωνικό διάλογο «Φαίδων», η φιλοσοφία αυτοπροσδιορίζεται ως «μελέτη θανάτου». Η προσδοκία, εντούτοις, ότι αυτή η μελέτη μπορεί να αποφέρει ένα είδος υπέρβασης του θανάτου διαψεύδεται οικτρά. Τα τέσσερα επιχειρήματα υπέρ της αθανασίας της ψυχής που εκθέτει ο Σωκράτης στον διάλογο είναι φανερό ότι στερούνται εγκυρότητας και πειστικότητας.

Πιο γειωμένος και ρεαλιστής, ο Αριστοτέλης θα προσεγγίσει τον θάνατο υπό το πρίσμα της ζωής, της οποίας στόχος είναι η πραγμάτωση του ύψιστου ανθρώπινου αγαθού: της ευδαιμονίας. Η ευδαιμονία αποτελεί την έσχατη ανθρώπινη επιδίωξη· δεν συνιστά ούτε ένα βίωμα υψηλών συναισθηματικών εντάσεων, ούτε μια απλώς υποκειμενική κατάσταση: αποτελεί, αντίθετα, ενεργό πραγμάτωση («ενέργεια») ενός τρόπου ζωής που αναδεικνύει την ενότητα ενός «βίου». Το ερώτημα που απασχολεί τη φιλοσοφία δεν είναι αν «εγώ νιώθω» ευδαίμων, αλλά αν είναι εύλογο και ορθό «ο Χ να θεωρηθεί ευδαίμων».

Αν όμως η ευδαιμονία αφορά το σύνολο ενός ανθρώπινου βίου, και δεδομένου ότι το εύθραυστο και ευμετάβλητο των ανθρωπίνων πραγμάτων επιφυλάσσει ματαιώσεις και ανατροπές, μήπως τότε θα πρέπει να περιμένουμε έως τον θάνατο κάποιου, πριν τον χαρακτηρίσουμε ευδαίμονα; Αυτό ήταν το νόημα της περίφημης προειδοποίησης του Σόλωνα προς τον Κροίσο: τέλος όρα βίου («δες πρώτα το τέλος»). Και όμως: η «ευδαιμονία» δεν είναι ένας όρος που έχει θέση μόνο σε μια νεκρολογία. Η ενότητα ενός βίου δεν συγκροτείται μόνο ex post, αλλά σε κάθε στιγμή του, ακολουθώντας τις πορείες και μεταπτώσεις, τα επιτεύγματα και τις ματαιώσεις του.

Και η ενότητα αυτή δεν συγκροτείται μόνο από το παρελθόν μας, από όσα έχουν γίνει, αλλά και από όσα συναπαρτίζουν το μελλοντικό σχεδίασμα του βίου μας. Ο βίος αυτός, με τα λόγια του ποιητή, αποβλέπει «σε ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν». Το τέλος αυτό, εντούτοις, δεν επισκιάζει ούτε ακυρώνει την πράξη μας· αντίθετα, την προσανατολίζει, θέτοντάς τη διαρκώς ενώπιον του αιτήματος της αναγκαίας ενότητας.

Εδώ ακριβώς έγκειται το παράδοξο του θανάτου: ενώ είναι το τέλος εκείνο που ακυρώνει ριζικά την ανθρώπινη πράξη, συγχρόνως της προσδίδει την αναγκαία ενότητα. Η φιλοσοφία καλείται να αναλάβει αυτό το παράδοξο· δεν αναζητεί παρηγορία στο Επέκεινα, και, κατά τούτο, διαφέρει αποφασιστικά από θρησκευτικές προσδοκίες.

Με τα λόγια του Μάρτιν Χάιντεγκερ, «κάθε φιλοσοφία είναι θεμελιωδώς αθεϊστική». Ο θάνατος, παρατηρεί ο Χάιντεγκερ, πρέπει να κατανοηθεί ως η πιο ριζική και καίρια ανθρώπινη δυνατότητα.

Ο θάνατος αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μας: αποτελεί το πέρας της, και έτσι την καθορίζει – ως διαρκής παρουσία ενός «ούπω», ενός «όχι ακόμη». Αυτό το «ούπω» δεν έχει ωστόσο τη μορφή μιας εξωτερικής εκκρεμότητας ή υπολοίπου, όπως η αποπληρωμή ενός δανείου, ή η συμπλήρωση ενός παζλ. Ο θάνατος δεν αποτελεί για την ύπαρξη κάτι εξωτερικό και μελλοντικό, αλλά κάτι εγγενές και παροντικό: προσδιορίζει την ύπαρξη βαθιά στον πυρήνα της ως πεπερασμένη. Ο άνθρωπος «θνήσκει ενόσω υπάρχει», και ο θάνατος είναι «ένα φαινόμενο της ζωής»: Αν και συνιστά την πλήρη ακύρωση της ύπαρξης, της επιτρέπει συγχρόνως να σχετισθεί με τον εαυτό της ως ολότητα. Με αυτή την έννοια, ο θάνατος αποτελεί μια δυνατότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μη αναπληρώσιμος

Ο θάνατος δεν μπορεί, εντούτοις, να αποτελέσει αντικείμενο μιας άμεσης εμπειρίας. Ο δικός μας θάνατος εκφεύγει της εμπειρικής σύλληψης· ο θάνατος ενός τρίτου, από την άλλη, ακόμη και αν πρόκειται για ένα προσφιλές μας πρόσωπο, δεν μας παρέχει μια εμπειρία της απώλειας που υφίσταται ο ίδιος ο θνήσκων. Ο θάνατος είναι θεμελιωδώς μη αναπληρώσιμος. Σε πολλές (αν όχι σε όλες τις) πλευρές της ύπαρξής μας και της καθημερινής μας δραστηριότητας, μπορούμε να αναπληρωθούμε από άλλους. Μπορούμε να στείλουμε κάποιον άλλον να ψωνίσει για εμάς, να μας αντικαταστήσει στην εργασία, να μας εκπροσωπήσει σε μια τελετή. Μπορούμε, ακόμη, να βρούμε κάποιον δότη σπέρματος ή κάποια παρένθετη μητέρα που θα μας υποκαταστήσουν έως και στην πατρότητα ή στη μητρότητα. Ομως κανείς δεν μπορεί να αναλάβει τον θάνατο του άλλου: ο θάνατος παραμένει ουσιωδώς ο δικός μας, ατομικός θάνατος.

Ο θάνατος γίνεται έτσι το πιο ιδιαίτερο στοιχείο της ύπαρξής μας, μας διακρίνει από όλους τους άλλους, καθώς είναι η μόνη δυνατότητα που δεν μπορούμε να μοιραστούμε με άλλους· λειτουργεί έτσι ως η βασική πηγή της εξατομίκευσής μας. Ο θάνατος είναι η έσχατη δυνατότητά μας, μια δυνατότητα που διακόπτει αμετάκλητα κάθε άλλη δυνατότητα – τρεπόμενος, έτσι, σε πλήρη αδυναμία. Είναι, συγχρόνως, η πιο βέβαιη δυνατότητά μας: ο βαθμός της βεβαιότητάς του ξεπερνά κάθε άλλη βεβαιότητα της ύπαρξης. Εντούτοις, παρ’ όλη τη βεβαιότητά του, ο θάνατός μας παραμένει μια δυνατότητα απροσδιόριστη: κανείς μας δεν γνωρίζει πότε ακριβώς θα επέλθει, και έτσι παραμένει παρών ως μια «διαρκής απειλή».

Ως πέρας και τέλος, ο θάνατος παρέχει στη ζωή τη δυνατότητα ολοκλήρωσης: τη δυνατότητά της να αποτελέσει μια συνεκτική ενότητα. Θέτοντας τον άνθρωπο ενώπιον της πεπερασμένης του φύσης, τον καλεί με έναν ριζικό τρόπο να προσδώσει νόημα και περιεχόμενο στην ατομική του ύπαρξη. Μόνο η ανάληψη αυτής της ατομικότητας μπορεί να οδηγήσει στην ευδαιμονία (Αριστοτέλης) ή στην αυθεντικότητα (Χάιντεγκερ).

* Ο κ. Παναγιώτης Θανασάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ.· Το ερευνητικό, συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο επικεντρώνεται στην αρχαία φιλοσοφία, στον Χέγκελ και στον Χάιντεγκερ.

Επιμέλεια: Χαρίδημος Κ. Τσούκας

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ