ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ο θείος του Αρά ήταν διαβητικός. Οι γιατροί, για να τον σώσουν, αποφάσισαν να τον ακρωτηριάσουν στο πόδι. Εντέλει δεν έζησε. Από κάποιο λάθος, ο θείος τάφηκε σ’ ένα νεκροταφείο και το κομμένο μέλος του σε άλλο. Ο Γκιουλέρ διηγούνταν την ιστορία με γκραν γκινιόλ λεπτομέρειες. Ελεγε ότι, όταν θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία, ο μπάρμπας του θα πάρει το μετρό για να ψάξει το πόδι του, έτσι ώστε το σώμα να ανακτήσει την ακεραιότητά του. Πώς να αναστηθείς με το ένα πόδι σου κάπου αλλού; Από ένα περίεργο γύρισμα της τύχης, και ο φίλος μου ο Αρά παραλίγο να χάσει το δικό του πόδι, τις στερνές του μέρες στο νοσοκομείο. Η υγεία του είχε χειροτερεύσει, έκανε αιμοκάθαρση τον τελευταίο καιρό. Στη νοσηλεία έπαθε γάγγραινα. Ηταν τόσο μεγάλος ο φόβος του, που είχε συνεχώς τα μάτια του κολλημένα στο κάτω μέρος του κρεβατιού. [...] Ομως το πιο ωραίο περιστατικό από το νοσοκομείο είναι ότι βρισκόταν σε βυθιότητα μέχρι που εμφανίστηκε η φίλη του, η Τουρκάλα ηθοποιός και τραγουδίστρια Εμέλ Σαγίν, την οποία αγαπούσε πολύ. Ενώ δεν αντιδρούσε καθόλου, του είπα: “Ελα, Αρά, ξύπνα, ήρθε η Εμέλ!”. Ανοιξε τα μάτια του για λίγο, της έδωσε το χέρι του και μετά ξαναβυθίστηκε...».


Η φωτογραφία είναι του βοηθού του Αρά, Φατίχ Ασλάν.

Ο Μελί Μπερκ, επιστήθιος φίλος του Αρά Γκιουλέρ, καθόταν απέναντί μου σε ένα καφέ στο Γαλατά Σεράι, λίγο πριν αρχίσει η εξόδιος ακολουθία του φωτογράφου και λίγες ώρες προτού πάρω το αεροπλάνο για να γυρίσω στην Αθήνα. Η σορός του βρισκόταν σε προσκύνημα λίγο πιο κάτω, σκεπασμένη με την τουρκική σημαία, έξω από το διάσημο καφέ του, το «Αra». Ομως πρόσβαση είχαν μόνον όσοι διέθεταν προσκλήσεις. Θα ακολουθούσε πομπή κατά την οποία θα μεταφερόταν το φέρετρο με τα χέρια στη γειτονική αρμενική εκκλησία της Αγίας Τριάδος και από εκεί με αυτοκίνητο στο αρμενικό νεκροταφείο του Σισλί. Ο Μπερκ –μέλος του Δ.Σ. του Press Council της Τουρκίας– ήταν πολύ συγκινημένος. Μου είπε ότι η τελευταία λήψη που τράβηξε ο Αρά ήταν μια πόζα του ιδίου και της γυναίκας του έξω από τον θάλαμο.


Η φωτογραφία με τη Ρωμιά Μαρία Εκμεκτσίογλου είναι του βοηθού του Αρά, Φατίχ Ασλάν.

Οπως απογειωνόμασταν από την Πόλη σκεφτόμουν τη συνέντευξη που είχα κάνει με τον Γκιουλέρ το 2013, σε ένα από τα τραπέζια του «Cafe Ara». Σαν γέρικο λιοντάρι στη φωλιά του. Οποιος και αν έμπαινε στο μαγαζί τον παρατηρούσε. Δεν μπορούσε να βγει εκεί έξω πια, αλλά το βλέμμα του ήταν άγρυπνο. «Κοίταξα τον κόσμο για εσάς, ένα εκατομμύριο φορές. Και έβγαλα άλλες τόσες φωτογραφίες», είχε πει στο ντοκιμαντέρ του, «Το Μάτι της Κωνσταντινούπολης». Για την ακρίβεια, είχε περίπου δύο εκατομμύρια αρνητικά στο αρχείο του, δύο εκατομμύρια ψηφίδες από την Πόλη που δεν υπάρχει πια, από γειτονιές που έχουν αλλάξει, από ανθρώπους του μόχθου, από κτίρια, βάρκες, γέφυρες, χωράφια, σοκάκια. Ως συνεργάτης του Time / Life, Paris Match, Stern, είχε και τα τυχερά του: Στις Κάννες τράβηξε τη Σοφία Λόρεν στο ξενοδοχείο της να βγάζει ναζιάρικα τα παπούτσια της για να ξεκουράσει τα πόδια της. Την άλλη ημέρα, είχαν βγει αφίσες στην Πόλη που έλεγαν «Τούρκος φωτογράφος στην κρεβατοκάμαρα της Λόρεν».


Φωτογραφία του Μελί Μπερκ.

«Λοιπόν, μια μέρα μού λένε: “Τρέχα! Ηρθε το κότερο του Ωνάση στον Βόσπορο”. Πήρα ένα ψαράδικο καϊκάκι και δέθηκα στο κατάρτι. Πλησιάζοντας είδα τον Ουίνστον Τσώρτσιλ και μπροστά του τη Μαρία Κάλλας να βάζει κραγιόν. Τους τράβηξα». Κυνηγούσε μέρες, μήνες και χρόνια τους ανθρώπους που ήθελε να φωτογραφίσει. Ετσι πέτυχε να μπει στο σπίτι του Πικάσο. Ο καημός του όμως ήταν ο Τσάπλιν. Αφού περίμενε πολλά χρόνια, κατάφερε να πείσει τη σύζυγό του να τους επισκεφθεί. Μπαίνοντας στο σαλόνι τους, κατάλαβε ότι ο Σαρλό ήταν παράλυτος. Εφυγε χωρίς να πάρει ούτε μία λήψη. Με τον ίδιο σεβασμό που έστρεψε τον φακό του στους επωνύμους, φωτογράφισε και χιλιάδες ανωνύμους που είναι οι ήρωες της δουλειάς του.

«Αισθανόταν κληρονόμος»

Οι παππούδες του είχαν χαθεί στην Αρμενική Γενοκτονία. Ο πατέρας του ήταν φαρμακοποιός στο Ταξίμ και η μητέρα του επίσης Αρμένισσα από καλή οικογένεια. «Ομως ο Αρά δεν ήταν αυτό που λέμε “επαγγελματίας Αρμένης”. Αισθανόταν κληρονόμος της πολιτισμικής περιουσίας μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας», λέει ο Χιθ Λόρι, o κάτοχος της έδρας Ατατούρκ στο Πρίνστον, τον οποίον συνάντησα στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο Μπαξέ Σεχίρ. Γνωρίζονταν από το 1983, όταν έκαναν μαζί ένα βιβλίο για τον αρχιτέκτονα Σινάν: «Αν κάποιος τον αποκαλούσε καλλιτέχνη, θύμωνε. Θεωρούσε τον εαυτό του φωτορεπόρτερ!» λέει ο Λόρι. Και, όπως έλεγε ο ίδιος ο Αρά, η διαφορά μεταξύ ενός φωτογράφου και ενός φωτορεπόρτερ είναι ότι, αν αρχίσουν να πέφτουν κάπου σφαίρες, ο πρώτος θα φύγει για να γλιτώσει το τομάρι του και ο δεύτερος θα μείνει για να μάθει τι έγινε. Για να καταγράψει την αλήθεια.


Καθηλωμένος σε καρότσι αλλά ποτέ ακίνητος, ο Αρά φωτογραφημένος από τον Μελί Μπερκ έξω από το Μουσείο Φωτογραφίας.

Είχε φωτογραφίσει τα Σεπτεμβριανά. «Θα αναρωτηθείτε πώς ο όχλος δεν κατέστρεψε τον μαγαζί το πατέρα μου», είχε πει σε συνεντεύξεις του. «Ηταν φαρμακοποιός και έδινε πρώτες βοήθειες σε αυτούς που είχαν χτυπήσει τα χέρια τους στο πλιάτσικο. Αυτά που είδα τότε ήταν τραγικά. Αλλά και κωμικά. Θυμάμαι έναν άνδρα να λεηλατεί ένα μαγαζί με ρούχα. Εφυγε φορώντας τρία τέσσερα πανωφόρια. Το σουλούπι του είχε αλλάξει τελείως. Θυμάμαι τον όχλο να ρίχνει ένα πιάνο από μια πολυκατοικία. Πρόλαβα και το φωτογράφισα προτού σκάσει στο πεζοδρόμιο!».

Η ανακάλυψη της Αφροδισιάδας και το παράπονο για τους νεαρούς Τούρκους

Ακούγεται περίεργο αλλά αυτό για το οποίο ήταν πιο υπερήφανος είναι ότι ανακάλυψε μια αρχαία πόλη, την Αφροδισιάδα στην Καρία της Μικράς Ασίας. Πήγε να φωτογραφίσει ένα φράγμα που κατασκεύαζαν οι Γάλλοι και χάθηκε μέσα στη νύχτα. Οταν ξημέρωσε βρήκε κάτι άνδρες να παίζουν χαρτιά στις βάσεις κιόνων που είχαν μετατρέψει σε τραπέζια! Και βρήκε ένα αρχαίο κεφάλι μέσα στους θάμνους: «Ηταν σαν να μου φώναζε “Σώσε με, βγάλε με από τη λήθη”», είχε πει για τις φωτογραφίες του που δείχνουν τον καταπληκτικό ιππόδρομο της αρχαίας πόλης με φυτεμένα μαρούλια. Πριν τη φωτογραφίσει ο Γκιουλέρ, η Αφροδισιάδα ήταν παντελώς άγνωστη.


Με την Τουρκάλα ηθοποιό Εμέλ Σαγίν στα 90ά του γενέθλια.

Σήμερα είναι ένα από τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά μέρη της Τουρκίας. «Ο Αρά ήταν η συλλογική μας μνήμη», λέει η Ναζάν Ολτσέρ, η διευθύντρια του Μουσείου Σαμπαντσί. «Ο Αρά ήταν εξερευνητής».

«Μπορεί ο κόσμος να είναι ήδη εξερευνημένος. Ομως ένας δημοσιογράφος θέλει να τον εξερευνήσει ο ίδιος και αυτό γίνεται μέσα από μια καλή συνέντευξη. Ή μια καλή φωτογραφία», επέμενε ο Γκιουλέρ. Στη δική μας συνέντευξη υπογράμμιζε συνέχεια πόσο τον στεναχωρούσε το γεγονός ότι οι νέοι είναι συνεχώς με ένα τηλέφωνο στο χέρι και δεν έχουν ενδιαφέρον για το τι μπορεί να συμβαίνει εκεί έξω. Πιο πολύ ακόμα τον πίκραινε ότι όλοι είναι προσανατολισμένοι στο χρήμα. «Στον παρά...» έλεγε υποτιμητικά χρησιμοποιώντας αυτή τη λέξη που μοιραζόμαστε με τους Τούρκους. Για εκείνον η ζωή ήταν το συναίσθημα, η χαρά, η πίκρα, ο φόβος, η ελπίδα, η κούραση.


Μια τούρτα - φωτογραφική μηχανή για τα 90 κεράκια.

Οπως και για τον Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν, φίλο του και ιδρυτή του Magnum, η «αποφασιστική στιγμή» για να πατήσει το κουμπί της μηχανής ήταν όταν είχε μπροστά του ανθρώπους.

Τα πιο ωραία λόγια για τον Αρά τα είπε πάντως ο επίσκοπος Σαχάκ Μασαλιάν που τέλεσε την εξόδιο: «Οπως λέει ο Καμί, ο θάνατος είναι η μεγαλύτερη περιπέτεια. Πόσο θα θέλαμε όλοι, τώρα που ταξιδεύει προς το άγνωστο ο Αρά, που πηγαίνει σε αυτή τη ζούγκλα, στο σκοτάδι, να είχε μαζί τη φωτογραφική του μηχανή και να μας στείλει μια φωτογραφία από την άλλη μεριά...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ