ΕΛΛΑΔΑ

Το «όχι» που μας έμεινε

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ιταλοί στρατιώτες, με υψωμένη λευκή σημαία, ετοιμάζονται να παραδοθούν στους Ελληνες κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940. Ο Μουσολίνι δεν μπορούσε να παραδεχθεί την ήττα της επίλεκτης μεραρχίας «Τζούλια».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​τις 28 Οκτωβρίου του 1940, η τότε ιταλική κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο διά του του Ιταλού πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, με το οποίο απαιτούσε να περάσει ελεύθερα ο ιταλικός στρατός από την ελληνοαλβανική μεθόριο. Μετά την ανάγνωση του κειμένου, ο Ιωάννης Μεταξάς εξέφρασε την αρνητική θέση της Ελλάδας επί των ιταλικών αιτημάτων με την ιστορική φράση στην επίσημη διπλωματική γλώσσα «Alors, c’est la guerre» (Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο). Η άρνησή του να επιτρέψει τη διέλευση συνοδεύθηκε με τη συνειδητοποίηση ότι η Ελλάδα θα μπει σε πόλεμο.

Από τότε μέχρι σήμερα γιορτάζουμε το περίφημο «Οχι» των Ελλήνων απέναντι στη διάθεση των κατακτητών. Και αυτή η κίνηση θα λέγαμε με ψυχαναλυτικούς όρους ότι ήταν μια κίνηση ωριμότητας. Το «Οχι» δεν ήταν ένα «όχι» αντίδρασης, ήταν ένα «όχι» που αποδεχόταν τις συνέπειες μιας επιλογής.

Εκτοτε η χώρα ή μερίδα της χώρας έχει πει πολλά «όχι» σε διάφορα κρίσιμα ζητήματα, με τελευταίο το «Οχι» πλειοψηφούσας μερίδας του πληθυσμού στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015. Σε αντίθεση με το 1940, το δηλωμένο «Οχι» της πλειοψηφίας δεν συνοδεύθηκε από την κυβέρνηση με την αποδοχή των συνεπειών της απόφασης. Θα έλεγε κανείς ότι μετά το «Οχι» ακολούθησε τεράστια αναδίπλωση. Σε αυτήν την περίπτωση, ο νους μας πάει στο «όχι» των παιδιών. Πολλές φορές αντιδρούν μόνο και μόνο για να αντιδράσουν. Χωρίς να είναι σε θέση να αναλάβουν την ευθύνη της αντίδρασής τους.

Το «όχι» στα στάδια της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του Φρόιντ κατέχει σημαντική θέση. Εδράζει στον δεύτερο χρόνο της ανάπτυξης του ανθρώπου, στη λεγόμενη πρωκτική φάση.

Μετά τον πρώτο χρόνο, όπου το βρέφος είναι απόλυτα ενσωματωμένο και εξαρτημένο από τη μητέρα, περνάει τον δεύτερο χρόνο στη συνειδητοποίηση ότι είναι ανεξάρτητο ον, άρα μπορεί να έχει δική του θέση και άποψη στον κόσμο. Οσοι έχουν μεγαλώσει παιδιά θα θυμούνται ότι από τα δύο έτη και μετά το «όχι» ήταν ίσως η συχνότερη λέξη που εκστόμιζε σε εκείνη τη φάση το παιδί τους. Για αυτό και είναι τόσο σημαντικό, γιατί φθάνει στον πυρήνα της εξέλιξης. Μια αναγκαιότητα για την ύπαρξη, γιατί, όταν γεννιέται το «όχι», γεννιέται και ο άλλος.

Για παράδειγμα, λέω όχι και αμέσως διαφοροποιούμαι, βάζω έναν προστατευτικό τοίχο ανάμεσα σε μένα και στον άλλον, ακόμα και αν ο άλλος είναι η μητέρα μου. Λέω όχι και αμέσως νιώθω ότι έχω τη δική μου αξία. Λέω όχι, άρα στέκομαι στα πόδια μου, μετράω τις δυνάμεις και τις δυνάμεις του άλλου. Λέω όχι και δεν παραδίνομαι στις τυφλές ταυτίσεις με τον άλλον, δεν συγχωνεύομαι. Λέω όχι και κοιτώ ποιοι είναι άλλοι, σε ποιους πρέπει να πω όχι. Λέω όχι και δέχομαι να μπω στη διαδικασία σκέψης, να θυμώσω, να ικανοποιηθώ, να μαλακώσω, να ευεργετηθώ. Φυσικά λέω όχι και πληρώνω το τίμημα. Γίνομαι υπεύθυνος. Στόχος της πρωκτικής φάσης του παιδιού στην ανάπτυξή του είναι το μεγάλο «όχι» να γίνει αντικείμενο επεξεργασίας και να γίνει μικρότερο αλλά παρόν ανάμεσα σε διάφορα άλλα ναι. Να ανεξαρτητοποιηθεί το παιδί αλλά να κατανοήσει τη θέση του, την ηλικία του, τις δυνάμεις, τα όριά του. Είναι η πιο κατάλληλη ηλικία να δομηθούν όρια στον εαυτό. Το «όχι» είναι σημαντικό γιατί είναι το πρώτο όριο ανάμεσα στον εαυτό και στον άλλο. Δεν μπορεί όμως να μείνει κανείς μόνον εκεί. Γιατί με την έλευση του τρίτου χρόνου, το παιδί μπαίνει στην οιδιποδειακή θέση, στην τριαδικότητα. Και προετοιμάζεται μέσω του έρωτα του γονέα του άλλου φύλου για την αγάπη.

Μετά τον τρίτο χρόνο και μέχρι το τέλος της ζωής του, ο άνθρωπος πραγματεύεται εκ νέου τα μικρά και μεγάλα «όχι» του. Ποιο «όχι» είναι σημαντικό και πιο καθίσταται επιζήμιο για την ίδια την ύπαρξη.

Ποιο «όχι» είναι φαντασιωσικό, παντοδύναμο, και πιο είναι πραγματικό και άξιο να υποστηριχθεί. Και φυσικά «όχι» χωρίς αντιπρόταση δεν υφίσταται. Συνεχής αντίδραση χωρίς συναίνεση απομονώνει το υποκείμενο από τους κόλπους της οικογένειας. Και όχι χωρίς συνέπειες είναι ένα «όχι» ανώριμου υποκειμένου, χωρίς λόγο.

Σκέφτομαι, με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, ότι είμαστε υπερήφανοι για εκείνο το «Οχι» του 1940. Ηταν ένα «Οχι» που έπρεπε να ειπωθεί και ο πόλεμος που ακολούθησε ήταν συνέπεια αυτού. Δεν γιορτάζεται μόνον το «Οχι» αλλά και το «Ναι» του πολέμου, το «Ναι» της αυτονομίας.

Αναρωτιέμαι αν θα μπορέσουμε να νοηματοδοτήσουμε με τον ίδιο τρόπο τα επίκαιρά μας «όχι»; Αν το «Οχι», για παράδειγμα, της 5ης Ιουλίου, που πολύ γρήγορα έγινε ένα ηχηρότατο «Ναι», μας τιμά για την εξέλιξή μας ως κοινωνίας. Αναρωτιέμαι πώς νιώθουν οι άνθρωποι όταν λένε όχι γνωρίζοντας μέσα τους ότι δεν μπορούν να το υποστηρίξουν. Ή ακόμα χειρότερα, πώς νιώθει ένας ενήλικος όταν λέει όχι σε μεγάλες αποφάσεις, χωρίς να έχει καν συνειδητοποιήσει τι λέει και σε ποιον.

Το «όχι» είναι σημαντικό. Ζωτικό. Φτιάχνει τομές, κάνει ρήξεις, οδηγεί σε προχωρήματα, θεραπεύει ή αλλάζει τελματωμένες καταστάσεις. Δεν ξέρω όμως τελικά σε τι διαστρέβλωση έχει φθάσει ο νους μας, αν δεν αναγνωρίζουμε τι σημαίνει όχι και τι σημαίνει ναι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ