Ραλφ Λόρεν – The Polo Bar: Απρόσιτη πολυτέλεια

Στα εγκαίνιά του, το 2014, ο Ραλφ Λόρεν εμφανίστηκε ντυμένος σαν να γύρισε μόλις από κυνήγι αλεπούς στο Downton Abbey. Και πώς αλλιώς να ντυνόταν άλλωστε; Το τρίτο στη σειρά Polo Bar -υπήρχαν ήδη άλλα δύο, στο Σικάγο και το Παρίσι- θα μπορούσε να είναι βγαλμένο από τη βρετανική σειρά: με ξύλινη επένδυση στους τοίχους, πορτρέτα καθαρόαιμων αλόγων, δερμάτινους καναπέδες και επιβλητική μπάρα, «μια μείξη παράδοσης και στυλ» όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Λόρεν. Δεν ήταν το πρώτο Polo Bar, όμως ήταν σίγουρα το πιο εμβληματικό. Δίπλα στη ναυαρχίδα των καταστημάτων του, στην 5η Λεωφόρο, θυμίζει περισσότερο country club, χρειάζεται κράτηση μήνες πριν, ενώ για ένα μόνο κοκτέιλ θα πληρώσει κανείς 21 δολάρια. Η τραπεζαρία σερβίρει τα αγαπημένα πιάτα του 79χρονου σχεδιαστή, κορν μπιφ, σαλάτα του Καίσαρα με kale, μπριζόλες και μπέργκερ -κλασικό comfort food αλλά του ακριβότερου είδους-, ενώ στο μπαρ βρίσκει κανείς το καλύτερο αλκοόλ, που σερβίρεται σε πολυτελή ποτήρια με αναδευτήρες σε σχήμα μπαστουνιού πόλο. «Το The Polo Bar προσφέρει το γεύμα που θα απολάμβανες αν έμπαινες σε ένα επεισόδιο του Mad Men», έχει πει ο συγγραφέας Σάιμον Ντούναν, και φαίνεται πως για τους κοινούς θνητούς είναι εξίσου απίθανο. Αντίθετα, είναι must για πελάτες όπως η Ριάνα, η Ναόμι Κάμπελ, η Τέιλορ Σουίφτ ή ο Κρις Χέμσγουερθ - ένα πολυτελές αλλά cozy μέρος, όπου μπορούν να συναναστραφούν άνετα τους ομοίους τους... 

 


© Peter Barreras/AP Images

 

Τζον Μπον Τζόβι – Soul Kitchen: Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι 

Θα μπορούσε να φτιάξει ένα celebrity restaurant και να δρέψει τους καρπούς - οικονομικούς και εμπορικούς. Έχει υπάρξει άλλωστε από τους μεγαλύτερους ροκ σταρ. Παρ’ όλα αυτά, ο Τζον Μπον Τζόβι, γέννημα θρέμμα του Νιου Τζέρσεϊ και ιδρυτής του Soul Foundation, ιδρύματος που δημιουργεί προγράμματα και επιχορηγεί οργανισμούς που προσφέρουν φαγητό και στέγαση, αποφάσισε να ανοίξει ένα εστιατόριο διαφορετικό. Τον Μάιο του 2011 εγκαινιάστηκε το πρώτο Soul Kitchen στο Red Bank του Νιου Τζέρσεϊ. Η ιδέα ήταν απλή. Οικογένειες ή και μεμονωμένα άτομα μπορούσαν να φάνε ένα ζεστό γεύμα από φρέσκα βιολογικά προϊόντα που καλλιεργούνταν στο περιβόλι του εστιατορίου ή στη φάρμα του ιδρύματος, και να πληρώσουν γι’ αυτό με μία ώρα εθελοντικής εργασίας. Μαγειρεύοντας, πλένοντας πιάτα ή δουλεύοντας στον κήπο, καθένας μπορούσε να εξασφαλίσει ένα γεύμα τριών πιάτων (ορεκτικό, κυρίως, επιδόρπιο). Έτερος τρόπος πληρωμής η δωρεά, από δέκα δολάρια και πάνω. Μέχρι σήμερα τα δύο Soul Kitchen (άλλο ένα εγκαινιάστηκε το 2016 στο Toms River του Νιου Τζέρσεϊ) έχουν προσφέρει 89.100 γεύματα, εκ των οποίων το 49% έχουν εξασφαλιστεί με εθελοντική εργασία και το 51% έχουν πληρωθεί μέσω δωρεών. Ο ίδιος ο Μπον Τζόβι με τη σύζυγό του, Ντοροθέα, έχουν ενεργό συμμετοχή στο πρότζεκτ, ενθαρρύνοντας όχι μόνο την πρόσβαση στη δωρεάν τροφή, αλλά και τους δεσμούς που δημιουργούνται μεταξύ των φιλοξενουμένων που προέρχονται από τις ίδιες γειτονιές.

 


© Frederic J. BROWN / AFP/Visualhellas.gr

 

Μάικλ Τζόρνταν – Michael Jordan’s Steakhouse: Ραντεβού στο τραπέζι 23

Ας το παραδεχτούμε, δεν θα μπορούσε να είναι μόνο ένα. Μιλάμε για τον Μάικλ Τζόρνταν, ο θρύλος του οποίου ξεφεύγει από το μπάσκετ. Η περιουσία του ξεπερνά τα 1,3 δισ. δολάρια και ό,τι πιάνει γίνεται χρυσός. Άρα, αφού αποφάσισε να ανοίξει εστιατόρια, πώς θα μπορούσε να μείνει στο ένα; Το πρώτο εγκαινιάστηκε το 1998 στον Κεντρικό Σταθμό της Νέας Υόρκης. Είναι ένα κλασικό steakhouse, όχι όμως ένα απλό celebrity εστιατόριο. Σύμφωνα με τον κριτικό φαγητού των New York Times, ο Τζόρνταν και οι συνεταίροι του, Πένι και Πίτερ Γκλέιζερ, εφηύραν ένα νέο είδος celebrity restaurant, όπου το μενού προσφέρει σοβαρό φαγητό, πολύ μακριά από τα All Star Cafe. Στην πορεία «αδερφάκια» του άνοιξαν στο Κονέκτικατ, στην Ουάσιγκτον και, φυσικά, στο Σικάγο. Στο τελευταίο, που στεγάζεται στο ξενοδοχείο Intercontinental, συχνάζει και ο ίδιος. Το τραπέζι 23 (θρυλικό νούμερο της φανέλας του) είναι πάντα κρατημένο γι’ αυτόν, αλλά, όταν δεν είναι εκεί, μπορεί να φιλοξενήσει οποιονδήποτε έχει τη δυνατότητα να πληρώσει το μενού των 300 δολαρίων για δύο άτομα. Κι όταν είναι εκεί; Θα φάει πάντα σαλάτα σίζαρ, φιλέτα αστακού ή μια υπερμεγέθη μπριζόλα με κόκαλο. «Πάντα θα έρθει σε επαφή με τον κόσμο, αλλά αφού τελειώσει το γεύμα του», λέει ο σεφ Κρεγκ Κούπερ. «Και παρότι εκείνος δεν το τρώει ποτέ -το μόνο που δεν τρώει από τον κατάλογο- θα προτείνει σε όποιον είναι μαζί του να δοκιμάσει το 23 στρώσεων κέικ σοκολάτας». 

 


© AP Photo/Mel Evans

 

Κουέντιν Ταραντίνο – Do Hwa: Ο κύριος Μπλε πάει στην Κορέα

Οι περισσότεροι θα φανταζόμασταν το εστιατόριο του Κουέντιν Ταραντίνο σαν εκείνο το μπεργκεράδικο με τα τεράστια μιλκσέικ και τις σερβιτόρες Μέριλιν Μονρόε όπου δείπνησε κι έπειτα διαγωνίστηκε στον χορό η Ούμα Θέρμαν με τον Τζον Τραβόλτα στη θρυλική σκηνή του «Pulp Fiction». Όμως, ο σκηνοθέτης έχει άλλες γαστρονομικές αδυναμίες. Κάπου στο West Village του Μανχάταν, σε έναν ήσυχο δρόμο, υπάρχει ένα κορεατικό εστιατόριο που προσφέρει αυθεντικό φαγητό με 35 δολάρια το άτομο για ένα μενού δοκιμής. Το Do Hwa σερβίρει κλασικά κορεατικά πιάτα, όπως το bulgogi και το bibimbap, κάτω από vintage κινηματογραφικές αφίσες, ενώ δημιουργεί και νέα δικά του πιάτα. Διαθέτει τραπέζια με ενσωματωμένες ψησταριές, όπου ο πελάτης μπορεί να μαγειρέψει και μόνος του το κρέας του, ένα μεγάλο DJ booth και εφευρετικά κοκτέιλ με ξεχωριστά ονόματα. Ο Ταραντίνο το επισκέπτεται συχνά. Δεν είναι λίγοι οι επισκέπτες που τον έχουν πετύχει εκεί, να κάθεται στο μπαρ και πίνει ένα Mr Blue. Ένα από τα signature cocktail του εστιατορίου, εμπνευσμένο φυσικά από την ταινία του, «Reservoir Dogs». 

 


© Beatrice de Gea/The New York Times

 

Μόμπι – Little Pine: Ο παράδεισος των vegans

Το όραμά του ήταν να φτιάξει έναν χώρο για όλα αυτά που τον ενδιαφέρουν, για τα οποία νοιάζεται: το κίνημα των vegans -ο ίδιος είναι vegan 28 χρόνια-, τα βιολογικά προϊόντα, την αρχιτεκτονική, το design. Κάπως έτσι κατέληξε στο vegan bistro στο Σίλβερ Λέικ του Λος Άντζελες, Little Pine, που άνοιξε στα τέλη του 2015. Το εστιατόριο σερβίρει βιολογικά, vegan, μεσογειακά πιάτα, ενώ έχει και ένα τμήμα που πουλάει τέχνη και βιβλία, τις επιλογές των οποίων επιμελείται ο ίδιος ο Moby. Με θαμώνες όπως ο Λεονάρντο ντι Κάπριο, αλλά και όλους τους vegans της ευρύτερης περιοχής, το 58 θέσεων Little Pine είναι μη κερδοσκοπικό. Όλα του τα έσοδα πηγαίνουν σε οργανισμούς προστασίας των δικαιωμάτων των ζώων, όπως η PETA. Στεγάζεται σε ένα κτίριο ερ ντεκό, από την οροφή του κρέμονται πολυέλαιοι, ενώ οι τοίχοι φιλοξενούν έργα ντόπιων καλλιτεχνών και φωτογραφίες φύσης που τραβάει ο ίδιος ο τραγουδιστής. Παρ’ όλα αυτά απαγορεύει ρητώς να παίζεται δική του μουσική μέσα στο εστιατόριο. 

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ