ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Εξαγωγές 1,7 δισ. κρατούν ζωντανό τον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

Οι εργαζόμενοι στον κλάδο σήμερα ξεπερνούν τους 50.000.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ελληνική κλωστοϋφαντουργία μπορεί να λαβώθηκε βαριά από τον διεθνή ανταγωνισμό (Τουρκία και Ασία) και το δυσανάλογα μεγάλο κόστος της ενέργειας στην Ελλάδα όπως και τα υψηλά τέλη και εισφορές, αλλά δεν πέθανε. Τουναντίον, αν και συρρικνώθηκε, παράλληλα αναδιαρθρώθηκε και φαίνεται τώρα πως επιστρέφει δυναμικά, με μικρότερα πάντως μεγέθη από εκείνα του ενδόξου παρελθόντος της αλλά και με καθαρόαιμο εξαγωγικό προσανατολισμό.

Κάποτε η ελληνική κλωστοϋφαντουργία είχε 170.000 θέσεις εργασίας και περισσότερες από 300 μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, θυμάται, μιλώντας στην «Κ», ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων Κλωστοϋφαντουργών, Ελευθέριος Κούρταλης. Σήμερα τα μέλη του Συνδέσμου έχουν περιοριστεί στα 130, αφού τα λουκέτα περίσσεψαν. Αλλά υπάρχουν χιλιάδες άλλες μικρές και πολύ μικρές μονάδες που δραστηριοποιούνται σε διάφορα στάδια της μεταποίησης του βαμβακιού, οι οποίες όλες κινούνται εξαγωγικά. Υπολογίζεται πως οι εργαζόμενοι στον κλάδο σήμερα ξεπερνούν τους 50.000 και ίσως να φθάνουν τους 60.000. Δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως ο κλάδος εξαφανίστηκε.

Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 17% πέρυσι σε σχέση με το 2016 και φέτος υπολογίζεται πως θα αυξηθούν περαιτέρω, κατά 5%-8%. Το μισθολογικό κόστος έχει μειωθεί και το ενεργειακό κάπως βελτιωθεί με τη διακοψιμότητα, αλλά οι φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις παραμένουν μη ανταγωνιστικές σε σχέση με αυτές που ισχύουν αλλού. Είναι αξιοσημείωτο, δε, πως στην Ευρώπη και ακόμα και σε βαριά βιομηχανικές χώρες όπως η Γερμανία η κλωστοϋφαντουργία έχει αρχίσει να ανθεί εκ νέου, αν και σε στάδια της μεταποιητικής αλυσίδας υψηλότερης προστιθεμένης αξίας από ό,τι είναι αυτά του εκκοκκισμού και των κλωστηρίων που παραμένουν η ραχοκοκαλιά του κλάδου στην Ελλάδα.

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα είναι η έλλειψη ρευστότητας. Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν για να παράγουν και οι ασκήσεις ταμειακής διαχείρισης δεν μπορούν να πάνε πολύ μακριά την προσπάθεια. Χωρίς κεφάλαια για την αγορά πρώτης ύλης ουδείς μπορεί να αντέξει εύκολα να περιμένει την εξόφληση των τιμολογίων από τους πελάτες στο εξωτερικό. Και ακόμα και όποιοι βρίσκουν πρόσβαση σε οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων του εξωτερικού ή και τράπεζες αναγκάζονται να καταβάλλουν επιτόκια της τάξης του 7%, όταν το κόστος του χρήματος για τους Ευρωπαίους είναι στο 2%.

Ετσι συνεχίζει να μένει αναξιοποίητο το δυναμικό της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας, που διαθέτει υψηλή ποιότητα πρώτης ύλης και, ακόμα και έπειτα από την απουσία επενδύσεων τόσων ετών, σύγχρονο εξοπλισμό και τεχνογνωσία. Διότι με δεδομένο πως το βαμβάκι είναι διεθνές χρηματιστηριακό προϊόν και το ότι η ζήτηση είναι στιβαρή παγκοσμίως, τα ρίσκα είναι ελεγχόμενα και σχετίζονται με τις επιβαρύνσεις που επιβάλλει το κράτος για φόρους, κρατήσεις και ενέργεια.

Ακόμα και έτσι οι εξαγωγές της κλωστοϋφαντουργίας αντιστοιχούν στο 10% τους συνόλου των βιομηχανικών και μεταποιητικών εξαγωγών της χώρας, που ανέρχονται στα 17 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου, υπολογίζουν πηγές του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων Κλωστοϋφαντουργών. Ητοι, ο κλάδος έχει εξαγωγές της τάξης του 1,7 δισ. ευρώ. Πριν από την κρίση, βέβαια, κάλυπτε το 20% των εξαγωγών της χώρας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ