ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τον ομφάλιο λώρο με το εθνικό καύσιμο του λιγνίτη, που στήριξε τον εξηλεκτρισμό της χώρας για πάνω από μισόν αιώνα αλλά πλέον οδεύει προς τη δύση του, είναι έτοιμη να κόψει η ΔΕΗ. Με σοβαρή χρονική υστέρηση και παράλληλα με τη μάχη που δίνει στις Βρυξέλλες για να παρατείνει τη ζωή λιγνιτικών σταθμών, όπως η Καρδιά και το Αμύνταιο στη Δυτική Μακεδονία, που πρέπει να αρχίσουν να αποσύρονται σταδιακά από τον επόμενο μήνα και μέχρι τα τέλη του 2019 λόγω ρύπων, η ΔΕΗ στρέφεται στην αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που με τα σημερινά δεδομένα είναι για τη χώρα, ότι ήταν ο λιγνίτης στα μέσα του περασμένου αιώνα και μέχρι πρότινος. Ο σχεδιασμός στο νέο business plan της εταιρείας, που καταρτίστηκε με τη συνδρομή της McKinsey για ισχύ 2,5 GW από ΑΠΕ μέχρι το 2030, που αντιστοιχεί σε 15πλασιασμό της σημερινής ισχύος της στον κλάδο, περνάει μέσα από μια γενικότερη στρατηγική αναδιάρθρωσης της ΔΕΗ, η οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, προβλέπει και την απορρόφηση διά της συγχωνεύσεως της θυγατρικής «ΔΕΗ Ανανεώσιμες». Πρόκειται για την 100% θυγατρική της ΔΕΗ που συστήθηκε το 1998 με σκοπό την αξιοποίηση του ανανεώσιμου δυναμικού για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Σήμερα η εταιρεία λειτουργεί συνολικά λιγότερα από 160 MW ΑΠΕ –κατέχοντας ένα μερίδιο της τάξης μόλις του 2,9% της αγοράς– και το επενδυτικό της πρόγραμμα προβλέπει αύξηση στα 500 ΜW μέχρι το 2020.

Το σύνολο των επενδύσεων ξεπερνά τα 300 εκατ. ευρώ και αυτές αναλύονται σε 300 MW αιολικά, σε 150 MW υδροηλεκτρικά, σε 30 MW βιομάζα και γύρω στα 20 MW γεωθερμία. Το 2017 η ΔΕΗ Ανανεώσιμες είχε κύκλο εργασιών 25,9 εκατ. ευρώ έναντι 30,8 εκατ ευρώ το 2016 και καθαρά κέρδη 2,3 εκατ. ευρώ έναντι 9,7 εκατ. ευρώ.

Στις 31 Δεκεμβρίου 2017 απασχολούσε 72 εργαζομένους, από 54 στις 31 Δεκεμβρίου 2016.Με βάση τον στρατηγικό σχεδιασμό για νέα ισχύ 2,5 GW με ορίζοντα το 2030 η διοίκηση της ΔΕΗ προχώρησε σε μελέτη για τον βέλτιστο σχεδιασμό προς επίτευξη του φιλόδοξου αυτού στόχου, τα συμπεράσματα της οποίας, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ» που επιβεβαιώνει η πλευρά της ΔΕΗ, δείχνουν ως καταλληλότερο το σενάριο της συγχώνευσης της θυγατρικής ΔΕΗ Ανανεώσιμες στη μητρική εταιρεία. «Η προοπτική της συγχώνευσης της θυγατρικής ΔΕΗ Ανανεώσιμες στη μητρική εταιρεία σηματοδοτεί πλήρη αναπροσανατολισμό της δραστηριότητας της ΔΕΗ στην “πράσινη ενέργεια”. Είναι σοβαρό διαρθρωτικό μέτρο που αποσκοπεί, μέσω της αξιοποίησης της τεχνογνωσίας, εμπειρίας και γενικά του δυναμικού της επιχείρησης, στην υλοποίηση του στρατηγικού στόχου για 15πλασιασμό της ισχύος της ΔΕΗ σε ΑΠΕ μέχρι το 2030, και του άμεσου επιχειρησιακού στόχου για 600 MW ΑΠΕ μέχρι το 2022.

Οπως έχω κατ’ επανάληψιν τονίσει, η σημερινή ατμομηχανή της ανάπτυξης της ΔΕΗ θα είναι οι ΑΠΕ και οι ενεργειακές υπηρεσίες, όπως τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν η ανάπτυξη των μεγάλων έργων συμβατικής παραγωγής, και των δικτύων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, με συνέπεια να συντελεστεί ένα πραγματικό θαύμα για τη χώρα», δηλώνει στην «Κ» ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ κ. Μανόλης Παναγιωτάκης. Η συγχώνευση της «πράσινης» θυγατρικής θα αποτελέσει σταθμό στη μακρόχρονη ιστορία της ΔΕΗ, που θα σηματοδοτήσει τη μετάλλαξή της από τη βαριά βιομηχανία του «βρώμικου» λιγνίτη σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή εταιρεία με φιλικό προς το περιβάλλον αποτύπωμα.

Η βιωσιμότητα

Από τη δυναμική επέκτασή της στις ΑΠΕ θα κριθεί και η μελλοντική βιωσιμότητα της εταιρείας, αφού ο κλάδος θα αποτελέσει την ατμομηχανή της εγχώριας αλλά και της ευρωπαϊκής αγοράς. Το μερίδιο ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας αυξάνεται σταθερά και προσεγγίζει σήμερα το 29% στην ηλεκτροπαραγωγή, ενώ στόχος της χώρας, ο οποίος θα καταγραφεί και στον ενεργειακό σχεδιασμό που καταρτίζεται αυτή την περίοδο, είναι να φθάσει στο 50% μέχρι το 2030.


Η ανοδική κούρσα του κόστους των δικαιωμάτων ρύπων (CO2) δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο το εγχείρημα της πώλησης των μονάδων.

Τη διετία 2018-20 προβλέπεται να γίνουν διαγωνισμοί εγκατάστασης ΑΠΕ ισχύος 2,6 GW, που αφορούν συνολικά σε επενδύσεις 2,5-3 δισ. ευρώ. Η κινητικότητα σε επενδυτικό πεδίο εγχώριων και ξένων παικτών είναι ήδη μεγάλη και η ΔΕΗ θα δώσει τη δική της μάχη αυτόνομα, αλλά και μέσω συνεργασιών με τρίτους.

Κίνητρα για να αγοράσουν τις λιγνιτικές μονάδες ζητούν οι επενδυτές

Σε βραχνά εξελίσσεται για την κυβέρνηση η υπόθεση του λιγνίτη τόσο ως προς το σκέλος της αποεπένδυσης όσο και της επάρκειας της χώρας σε ηλεκτρισμό.

Σε ό,τι αφορά την πώληση των λιγνιτικών μονάδων Φλώρινας και Μεγαλόπολης, η ανοδική κούρσα του κόστους των δικαιωμάτων ρύπων (CO2) τους τελευταίους μήνες και οι προβλέψεις για περαιτέρω κλιμάκωση ήρθαν να επιβεβαιώσουν τη ρήση «ήταν στραβό το κλήμα, το ’φαγε και ο γάιδαρος».

Οι εξελίξεις στο μέτωπο των CO2 έχουν ενισχύσει τις ούτως ή άλλως αρχικές επιφυλάξεις των ενδιαφερόμενων επενδυτών, οι οποίοι μετά και τον έλεγχο των στοιχείων των μονάδων από τα data rooms της ΔΕΗ έχουν υποβάλει στο υπουργείο Ενέργειας και τη ΔΕΗ μια σειρά από αιτήματα ως προϋπόθεση για την κατάθεση δεσμευτικών προσφορών.

To αρμόδιο κυβερνητικό επιτελείο μπροστά στον κίνδυνο αποτυχίας του εγχειρήματος και πιθανής επαναφοράς από την DG Comp, που εποπτεύει την όλη διαδικασία, του σεναρίου για πώληση και υδροηλεκτρικών μονάδων, έχει μπει στη διαδικασία ικανοποίησης των επενδυτικών αιτημάτων εξετάζοντας ακόμη και το αίτημα για συμμετοχή της ΔΕΗ στις ζημίες των μονάδων που θα πουληθούν για περίοδο εξαετίας.

Η μονάδα Μελίτη 1 της Φλώρινας και οι δύο μονάδες της Μεγαλόπολης (3 και 4) κατέγραψαν το πρώτο εξάμηνο του 2018 συνολικές ζημίες ύψους 30 εκατ. ευρώ με μέση τιμή CO2 στα 12,1 ευρώ ο τόνος, την οποία η ΔΕΗ λόγω προαγορών συγκράτησε στα 9,69 ευρώ ο τόνος. Αυτό σημαίνει ότι σε ετήσια βάση οι δύο μονάδες λειτουργούν με ζημίες πολύ πάνω από τα 70 εκατ. ευρώ, αφού η τιμή των CO2 κυμαίνεται ήδη κοντά στα 20 ευρώ ο τόνος και οι προβλέψεις κάνουν λόγο ακόμη και για τιμή 30 ευρώ ο τόνος.

Αίτημα των ενδιαφερόμενων επενδυτών είναι στην περίπτωση που η τιμή των CO2 κυμανθεί 20% πάνω από την τιμή που θα αναφέρεται στη δεσμευτική προσφορά, να μοιράζεται η ζημία με τη ΔΕΗ και αντίστοιχα σε περίπτωση ισόποσης μείωσης η ΔΕΗ να συμμετέχει κατά το ήμισυ στα κέρδη.

Η δεύτερη αυτή περίπτωση ωστόσο με βάση τα δεδομένα για τις προβλέψεις ως προς τη διακύμανση του κόστους CO2 καθίσταται εντελώς θεωρητική. Το σχετικό αίτημα το συνδέουν οι επενδυτές με τη δέσμευση που θέτει η ΔΕΗ για τη μεταβίβαση στην ίδια του 30% των εισπράξεων που θα έχουν οι μονάδες από τα ΑΔΙ (Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος) για διάστημα έξι ετών.

Οι εργαζόμενοι

Ενας πρόσθετος προβληματισμός των επενδυτών που έχει μεταφερθεί στα συναρμόδια υπουργεία και τη ΔΕΗ είναι τι θα γίνει με τους εργαζόμενους που θα συμπληρώσουν συνταξιοδοτικά δικαιώματα μετά τη δεσμευτική εξαετία απασχόλησης στις μονάδες και δεν δεχθούν να αποχωρήσουν. Η περίπτωση αφορά κυρίως τις μονάδες της Μεγαλόπολης στις οποίες από τους 1.100 εργαζόμενους οι 400 συμπληρώνουν δικαίωμα σύνταξης στην εξαετία και η απόλυσή τους σε περίπτωση που δεν αποχωρήσουν οικειοθελώς, υπολογίζεται ότι θα κοστίσει περί τα 100 εκατ. ευρώ.

Η κυβέρνηση εξετάζει το σχετικό αίτημα, ενώ σε μια προσπάθεια να καταστήσει ελκυστικές τις μονάδες και να έχει το εγχείρημα αποεπένδυσης επιτυχή έκβαση προχωράει στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Οπως ανακοίνωσε μέσα στην εβδομάδα ο υπουργός Ενέργειας Γιώργος Σταθάκης, από 1/1/2019 καταργείται τόσο η χρέωση προμηθευτή όσο και το τέλος λιγνίτη και οι σχετικές ρυθμίσεις θα κατατεθούν τις αμέσως επόμενες ημέρες στη Βουλή. Η κατάργηση του τέλους λιγνίτη μειώνει το λειτουργικό κόστος της λιγνιτικής παραγωγής κατά 2 ευρώ η μεγαβατώρα, ενώ από την κατάργηση της χρέωσης προμηθευτή (ΠΧΕΦΕΛ) θα επωφεληθούν συνολικά οι προμηθευτές ρεύματος και ειδικά η ΔΕΗ κατά 200-250 εκατ. ευρώ μέχρι το 2020.

Με στόχο πάντα την επιτυχή έκβαση του διαγωνισμού και την προσέλκυση ενός ικανοποιητικού τιμήματος για τη ΔΕΗ, η κυβέρνηση ενέταξε τις λιγνιτικές μονάδες στον μόνιμο μηχανισμό ΑΔΙ μέσω του οποίου αποζημιώνονται οι μονάδες παραγωγής για την ισχύ που μπορούν να διαθέσουν στο σύστημα. Ο μηχανισμός έχει προ-κοινοποιηθεί στην Κομισιόν, προκειμένου να διασφαλισθεί η επίσπευση της έγκρισής του και το μέτρο να λειτουργήσει ως κίνητρο για τους επενδυτές ενόψει της κατάθεσης των δεσμευτικών προσφορών. Η ΔΕΗ έχει διασφαλίσει παράταση της υποβολής των προσφορών μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου, ενώ έχει εισηγηθεί περαιτέρω παράταση μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου 2019 προκειμένου οι επενδυτές να έχουν μια σαφή εικόνα για τη θέση του λιγνίτη στο ενεργειακό μείγμα για ηλεκτροπαραγωγή τα επόμενα χρόνια μέσω του εθνικού σχεδίου για τον ενεργειακό σχεδιασμό που ολοκληρώνεται μέχρι το τέλος του έτους.

Η επάρκεια

Στο μεταξύ το ζήτημα του λιγνίτη προβληματίζει την κυβέρνηση και την έχει φέρει σε αδιέξοδο και σε σχέση με την επάρκεια της χώρας. Μέσα στον Νοέμβριο θα πρέπει να αποσυρθούν οι μονάδες του ΑΗΣ Αμυνταίου και οι δύο μονάδες του ΑΗΣ Καρδιάς και μέχρι τον Μάιο του 2019 οι άλλες δύο μονάδες της Καρδιάς. Η Κομισιόν έχει προειδοποιήσει το υπουργείο Ενέργειας ότι για κάθε ημέρα λειτουργίας των δύο σταθμών πέραν των 17.000, που έχει εγκρίνει κατά παρέκκλιση των οδηγιών περί εκπομπών ρύπων, θα πέσουν πρόστιμα, φέρνοντας την κυβέρνηση προ σοβαρού αδιεξόδου.

Η προσφυγή στο ΣτΕ

Σοβαρά προσκόμματα στην εξέλιξη του διαγωνισμού δημιουργεί η προσφυγή στο ΣτΕ της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ, της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας και του Δικτύου Ενεργειακών Δήμων για την ακύρωση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (ΑΕΠΟ) της μονάδας Μελίτης (ΑΗΣ Μελίτης). Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι η ΑΕΠΟ της μονάδας έχει εκδοθεί παρανόμως και είναι ακυρωτέα, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η ΓΕΝΟΠ έχει δηλώσει ότι θα εμποδίσει με κάθε τρόπο την πώληση των μονάδων της ΔΕΗ.

Η πρόταση

Τα πέντε επενδυτικά σχήματα που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για τις μονάδες της ΔΕΗ ζητούν μέτρα που θα καταστήσουν τις βαριά ζημιογόνες λιγνιτικές μονάδες κερδοφόρες. Οι προς πώληση μονάδες της Επιχείρησης μπαίνουν μέσα 70 - 80 εκατ. ευρώ ετησίως, με το κόστος των ρύπων να φθάνει τα 15 ευρώ/τόνο. Οσο υψηλότερα διαμορφώνεται το κόστος, τόσο αυξάνονται οι ζημίες. Μεταξύ άλλων, προτείνουν να μοιράζονται τη ζημία με τη ΔΕΗ όταν το κόστος των CO2 υπερβαίνει το συμφωνημένο ύψος.

Οι 5 μνηστήρες

Ενδιαφέρον για τις λιγνιτικές μονάδες έχουν εκδηλώσει πέντε σχήματα: η κινεζική Beijing Guohua Power Company σε συνεργασία με την Damco Energy του ομίλου Κοπελούζου, η ΓΕΚ Τέρνα με την τσεχική εταιρεία Indoverse Coal Investments, η ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ, η επίσης τσεχική Energeticke A Prumyslovy και ο όμιλος Μυτιληναίου. Από τους πέντε το ισχυρότερο ενδιαφέρον φέρονται να δείχνουν, προς το παρόν, τα δύο πρώτα σχήματα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ