ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ι. ΚΑΛΛΙΡΗΣ*

Η Μόρια και η αφελής λατρεία της αυτονομίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η διεθνής κατακραυγή για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι άνθρωποι που είχαν την ατυχία να εγκλωβιστούν στα ελληνικά «κέντρα υποδοχής προσφύγων και μεταναστών» έλαβε πρόσφατα καινούργιες διαστάσεις. Δίπλα στις καταγγελίες για ανεπαρκείς υποδομές, διαβάζουμε πλέον μαρτυρίες που βεβαιώνουν την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων πολλών (ιδίως αδύναμων) φιλοξενούμενων σε αυτά τα κέντρα. Οι δράστες των εγκλημάτων αυτών φαίνεται πως οργανώνονται σε ομάδες, με τον πλέον ισχυρό ή βίαιο να επιβάλλεται σε όλους τους άλλους. Σύμφωνα με τις επίμαχες αναφορές, ακόμα και μικρά παιδιά συμπεριλαμβάνονται στα θύματά τους.

Αναπόφευκτα προκύπτει το ερώτημα: μήπως θα ήταν προτιμότερο να φιλοξενούνται οι πρόσφυγες και μετανάστες που εισέρχονται παράτυπα στη χώρα μας υπό αυστηρότερες συνθήκες, με εντονότερη την παρουσία του κράτους; Οσοι σπεύδουν να απαντήσουν αρνητικά πίνουν νερό στο όνομα της αυτονομίας. Οταν αναγκαζόμαστε να υπακούμε σε άλλους, μας λένε, θυσιάζουμε αυτό το υπέρτατο αγαθό. Υπό αυτή την έννοια, οι σύγχρονες κοινωνίες, με τη σημασία που αποδίδουν στο κράτος δικαίου, είναι εξ ορισμού ανήθικες, διότι ζητούν από τους ανθρώπους να υποταχθούν σε νόμους και κανόνες που δεν ενέκριναν οι ίδιοι, κάτι που θα ήταν εφικτό μόνο υπό όρους αμεσοδημοκρατικής ομοφωνίας. Οσο λιγότερη εξουσία, λοιπόν, τόσο το καλύτερο.

Η θέση αυτή προϋποθέτει μία εξαιρετικά αισιόδοξη αντίληψη για την ανθρώπινη φύση και για τη ζωή σε «προδικαιικές» καταστάσεις, δηλαδή σε κοινωνίες χωρίς νόμους. Ο Τόμας Χομπς διαφωνούσε: χωρίς την εξουσία του νομοθέτη, έλεγε, η ζωή θα ήταν «μοναχική, φτωχή, κακοήθης, κτηνώδης και σύντομη», ένας συνεχής πόλεμος. Ακόμα και οι αισιόδοξοι θιασώτες της ζωής σε αυτή τη «φυσική κατάσταση» (όπως ο Τζον Λοκ) αναγνώριζαν την ανάγκη ύπαρξης ενός περιορισμένου φορέα εξουσίας που θα προστάτευε τα «φυσικά δικαιώματα» των ανθρώπων. Η συζήτηση είναι, φυσικά, θεωρητική, καθώς ο Χομπς και ο Λοκ δεν έζησαν ποτέ σε αυτή τη «φυσική κατάσταση». Αλλά ένα παρόμοιο πείραμα έλαβε χώρα στη, μονίμως απομακρυσμένη από την κεντρική εξουσία, Σικελία. Εκεί οι άνθρωποι, αισθανόμενοι πλήρως αποκομμένοι από κάθε έννομη τάξη, αυτοοργανώθηκαν για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους και τις περιουσίες τους, καθώς το τέλος της φεουδαρχίας σήμανε και το τέλος των τοπικών αρχόντων. Ετσι, δημιουργήθηκαν οργανώσεις που παρείχαν προστασία στα μέλη τους, τα οποία συνήθως συνδέονταν από κοινά επαγγελματικά συμφέροντα.

Ως εδώ η ιστορία μοιάζει να δικαιώνει τους ρομαντικούς της αυτοοργάνωσης. Αλλά, όπως είχε προβλέψει ο Χομπς, κάθε μία από αυτές τις οργανώσεις υπηρετούσε αποκλειστικά τα συμφέροντα των μελών της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση των ισχυρότερων εξ αυτών, οι οποίες στη συνέχεια μετεξελίχθηκαν σε αυτό που περιγράφεται αρκετά αργότερα ως «σικελική μαφία». Η συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση υποκαθιστούσε πλήρως το κράτος για πολλά χρόνια, σε σημείο που επέτρεπε σε έναν μετανοημένο μαφιόζο να γράψει στην αυτοβιογραφία του ότι αν σου έκλεβαν το ποδήλατο στο Παλέρμο, η μαφία θα σου το επέστρεφε σε λίγες ώρες ενώ η αστυνομία ποτέ.

Αυτό που παραβλέπεται αλλά υπονοείται στην παραπάνω περιγραφή είναι η φράση: «αν η μαφία δεν έχει λόγο να αφήσει το ποδήλατο εκεί που βρίσκεται». Διότι, φυσικά, η μαφία ενεργεί με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα. Μπορεί ο Χομπς να πρότεινε ένα υπερβολικά καταπιεστικό μοντέλο διακυβέρνησης αλλά είχε ορθώς προβλέψει τούτο: χωρίς νόμους, ο πλέον ισχυρός θα επιβληθεί, μέχρι να ανατραπεί από τον επόμενο. Οι σύγχρονες δημοκρατίες, με έναν πυρήνα απαραβίαστων δικαιωμάτων στην καρδιά του κράτους δικαίου, εξασφαλίζουν, όσο είναι δυνατόν, ότι η εξουσία θα ασκείται προς όφελος και προστασία όλων. Η αυτοοργάνωση μπορεί να λειτουργεί σε μικρές, ομοιογενείς ομάδες αλλά καταλήγει σε βάρβαρη δικτατορία των ισχυρών σε συνθήκες όπως αυτές των κέντρων υποδοχής. Χωρίς ισχυρή παρουσία του νόμου, οι αδύναμοι βρίσκονται στο έλεος ενός χομπσιανού δικτάτορα που διοικεί και τιμωρεί στο όνομα των δικών του αυθαίρετων «νόμων».

Κι όμως, παρά το σκληρό μάθημα που μας διδάσκει η Μόρια, ο πόθος πολλών για αυτοοργάνωση παραμένει άσβεστος. Προτείνεται ως καλή λύση για τα ΑΕΙ, όπου οι ίδιοι οι διδάσκοντες και οι φοιτητές αδυνατούν πλέον να εργαστούν και να σπουδάσουν. Το κράτος και ο νόμος εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως εξ ορισμού εχθροί της αυτονομίας και της ελευθερίας. Κι όμως, το αντίθετο είναι αληθές: τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη, με τις δεδομένες αδυναμίες τους, είναι εγγυητές της ελευθερίας όλων μας και ιδίως των αδυνάτων. Οσο πιο γρήγορα το κατανοήσουμε, όσο πιο γρήγορα πάψουν να έχουν απήχηση οι ρομαντικοί «αντιεξουσιαστές», τόσο το καλύτερο για τους πρόσφυγες, τους μετανάστες, τα ΑΕΙ, όλους μας.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Ι. Καλλίρης είναι επίκουρος καθηγητής στη Νομική Σχολή De Montfort στο Λέστερ του Ηνωμένου Βασιλείου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ