ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Εκπαίδευση

Με σημαντικές μαθησιακές ελλείψεις φεύγουν από το σχολείο οι Ελληνες 18χρονοι, οι οποίοι ωστόσο εισάγονται σε μεγάλο ποσοστό στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δυστυχώς, όμως, στην εκπαιδευτική τους διαδρομή –σε θρανία ή έδρανα– δεν αποκτούν τις απαραίτητες δεξιότητες, με αποτέλεσμα, όταν εξέλθουν στην αγορά εργασίας, να καταγράφεται ετεροαπασχόληση. Σχεδόν ο ένας στους δύο Ελληνες πτυχιούχους ΑΕΙ –43,3% το ακριβές ποσοστό– κάνει μία δουλειά κατώτερη των ακαδημαϊκών του προσόντων. Το ποσοστό είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα βαδίζει χωρίς στρατηγική και αξιολόγηση.

Ειδικότερα, η τελευταία έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Education and Training 2018» καταδεικνύει με ενάργεια τις στρεβλώσεις του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, σε μία περίοδο που η Παιδεία είναι το βασικό θεμέλιο για την «επανεκκίνηση» της χώρας. Ενδεικτικά, στην Ελλάδα το ποσοστό των κονδυλίων επί του ΑΕΠ, που κατευθύνονται στην εκπαίδευση, ήταν 4,3% το 2017, παραμένοντας σταθερό από το 2014. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 4,7% (4,9% το 2014). Στη χώρα μας πλέον έχει περιοριστεί σημαντικά η μαθητική διαρροή από την υποχρεωτική εκπαίδευση. Η μαθητική διαρροή στην Ελλάδα το 2017 ήταν μόνο 6%, και μάλιστα μειώθηκε από το 9% που ήταν το 2014. Ως προς το φύλο, περισσότερα αγόρια εγκαταλείπουν πρόωρα την εκπαίδευση σε σχέση με τα κορίτσια (7,1% έναντι 4,9% αντιστοίχως). Το ελληνικό 6% είναι μικρότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο οποίος το 2017 διαμορφώθηκε στο 10,6%, μειωμένος από το 11,2% του 2014.

Η προσχολική αγωγή

Βεβαίως, απαιτείται να επεκταθεί ο χρόνος της προσχολικής αγωγής, κάτι που όπως έχουν δείξει έρευνες ενισχύει το γνωσιακό υπόβαθρο του παιδιού. Στην Ελλάδα, το 2017, το 79,8% των παιδιών πήγαινε σε δομή προσχολικής αγωγής από τα 4 του χρόνια, ενώ στην Ευρώπη ο αντίστοιχος μέσος όρος είναι 95,3%. Από την άλλη, και παρά τη χαμηλή μαθητική διαρροή, οι γνώσεις και οι δεξιότητες που παίρνουν τα Ελληνόπουλα στο σχολείο είναι ελλειμματικές. Η έρευνα βασισμένη στα στοιχεία PISA του ΟΟΣΑ έδειξε ότι οι Ελληνες 15χρονοι δεν κατέχουν τις βασικές δεξιότητες που θα έπρεπε να έχουν στη συγκεκριμένη ηλικία στους καίριους τομείς της κατανόησης κειμένου, των μαθηματικών και των φυσικών επιστημών.

Μάλιστα, το πρόβλημα οξύνθηκε αντί να περιοριστεί την τελευταία τριετία. Ενδεικτικά, στην κατανόηση κειμένου το ποσοστό των μαθητών με χαμηλή επίδοση το 2017 ήταν 27,3% (από 22,6% το 2014), ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος του 2017 ήταν 19,7% (17,8% το 2014). Στα μαθηματικά το αντίστοιχο ελληνικό ποσοστό το 2017 ήταν 35,8% (35,7% το 2014) και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος 22,2% (22,1% το 2014). Χειρότερη όλων είναι η επίδοση στις φυσικές επιστήμες, όπου και παρατηρείται σημαντική επιδείνωση μέσα σε μία τριετία. Το 32,7% των 15χρονων στην Ελλάδα το 2017 είχε πολύ σοβαρές ελλείψεις, με το ποσοστό να αυξάνεται κατά επτά μονάδες από το 25,5% του 2014. Οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί μέσοι όροι ήταν 20,6% το 2017 και 16,6% το 2014. Το εντυπωσιακό είναι ότι στην Ελλάδα το 50% των 15χρονων δήλωσε ότι έχει αφιερώσει ελάχιστο ή καθόλου χρόνο για πειράματα στο εργαστήριο.


Παρά τις αδυναμίες τους, όλο και περισσότερα Ελληνόπουλα προχωρούν μετά το Λύκειο σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Γεγονός που αποδίδεται στη μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στην υποβάθμιση της επαγγελματικής.

Ο διαγωνισμός PISA εστιάζει στον βαθμό που οι μαθητές μπορούν να αξιοποιούν τις γνώσεις τους στις προκλήσεις της καθημερινής ζωής, ενώ ένας εξίσου βασικός στόχος του είναι η συσχέτιση των επιδόσεων των μαθητών στα τρία γνωστικά αντικείμενα με δημογραφικά, κοινωνικά, οικονομικά χαρακτηριστικά των μαθητών και με τα χαρακτηριστικά και τις εκπαιδευτικές πρακτικές των σχολείων τους. «Σύμφωνα με την ανάλυση των δεδομένων του PISA για την Ελλάδα, που κάναμε πριν από λίγους μήνες, οι παράγοντες που φαίνεται, σύμφωνα με την ανάλυση, να σχετίζονται με τη χαμηλή επίδοση είναι το κοινωνικό - οικονομικό - πολιτισμικό επίπεδο της οικογένειας, η μη φοίτηση στην προσχολική εκπαίδευση καθώς και η αυτοπεποίθηση, τα κίνητρα και οι στάσεις των μαθητών. Το πρόβλημα αυτό δεν αντιμετωπίζεται με την απλή δαπάνη περισσότερων χρημάτων για το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά απαιτείται η εις βάθος κατανόησή του. Χώρες όπως η Φινλανδία, οι οποίες έδωσαν μεγάλη έμφαση στις εκπαιδευτικές πολιτικές που στηρίζουν την ισότητα και αντιμετωπίζουν τις χαμηλές επιδόσεις, παρουσιάζουν πολύ μικρό σχετικό ποσοστό μαθητών» τονίζει, μιλώντας στην «Κ» για το θέμα, η κ. Χρύσα Σοφιανοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και εθνική διαχειρίστρια του PISA στην Ελλάδα. Για του λόγου το ασφαλές, όπως αναφέρεται στη μελέτη της Ε.Ε., σε έρευνα που έγινε σε 1.248 εκπαιδευτικούς και στελέχη της εκπαίδευσης, το 71% απάντησε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης είναι η απουσία στρατηγικής, το 66% η υποχρηματοδότηση και το 44% η έλλειψη αξιολόγησης.

Παρά τις αδυναμίες τους, όμως, όλο και περισσότερα Ελληνόπουλα προχωρούν μετά το Λύκειο σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Γεγονός που αποδίδεται στη μαζικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στην υποβάθμιση της επαγγελματικής. Αυτό έχει επιπτώσεις στο έργο των πανεπιστημίων και στην αγορά εργασίας. Ενδεικτικά, μέσα σε μία τριετία το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών που έχει πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αυξήθηκε κατά 6,5 μονάδες, από το 37,2% το 2014 στο 43,7% το 2017 (το ποσοστό μεταξύ των ανδρών είναι 37% και των γυναικών 50,5%). Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αυξήθηκε κατά δύο μονάδες, από 37,9% το 2014 στο 39,9% το 2017.

Η αγορά εργασίας

Ομως, η έξοδος στην αγορά εργασίας είναι πολύ δύσκολη. Στην Ελλάδα το 2017 το 52% των ατόμων ηλικίας 20 με 34 είχε δουλειά, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 80,2%. Η έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επισημαίνει ότι το 43,3% των πτυχιούχων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που εργάζεται, κάνει μία δουλειά κατώτερη των τυπικών, ακαδημαϊκών του προσόντων όπως αυτά ορίζονται από το πτυχίο. Το ελληνικό ποσοστό είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 26%. Σύμφωνα με τη μελέτη, η διάσταση ανάμεσα στα προσόντα των πτυχιούχων και στη θέση εργασίας που καταλαμβάνουν οφείλεται, εκτός από την οικονομική κρίση, και στο χάσμα ανάμεσα τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και στην εκπαίδευση. Παράλληλα, επισημαίνει το χαμηλό ποσοστό (4,5%) των Ελλήνων 25 έως 64 ετών, που συμμετέχουν στη διά βίου εκπαίδευση – με τον ευρωπαϊκό μέσον όρο στο 10,9%.

Οι φωνές ότι απαιτείται στρατηγική αναμόρφωση στην ελληνική εκπαίδευση είναι ηχηρές, αλλά τα κυβερνητικά αυτιά ερμητικά κλειστά...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ