ΕΛΛΑΔΑ

Η «επιστράτευση» από τη χούντα γύρισε μπούμερανγκ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο φύλλο της Πέμπτης η «Κ» αποκάλυψε την ιδιωτική συνομιλία που ισχυρίζεται ότι είχε με τον ισχυρό άνδρα της χούντας, Δημήτρη Ιωαννίδη, ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης στις 2.7.1974, στην οποία του έδωσε την οδηγία να φροντίσει για την επιβίωση και τη διαφυγή του Μακαρίου. Ο Ιωαννίδης, σύμφωνα με τον Κομπόκη, επέμεινε η συνομιλία να μείνει μεταξύ τους για να μην εισπράξει την οργή των αξιωματούχων που τον περιέβαλλαν (που ήταν φανατικοί εχθροί του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας) και τον καθαιρέσουν.

Αποκαλυπτική είναι και η κατάθεση του Ιωάννη Μπίτου, που περιλαμβάνεται στον τέταρτο τόμο του Φακέλου της Κύπρου. Ο Μπίτος υπηρετούσε τις τραγικές μέρες του Ιουλίου ως επικεφαλής του 3ου Γραφείου Διεύθυνσης Κυπριακού στο Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων. Μετά την τουρκική εισβολή, εκλήθη από το υπουργείο Αμυνας να συντάξει πλήρη έκθεση για τα γεγονότα.

Σε ερώτηση του προέδρου της επιτροπής αν οι Τούρκοι μπορεί να είχαν διαβεβαιώσεις ότι δεν θα χτυπούσε τα αεροπλάνα τους η Εθνική Φρουρά, ο Μπίτος επικαλείται τηλεφώνημα (χαρακτηρίζει την πληροφορία «ηλεγμένη») του Τούρκου πρωθυπουργού Μπουλέντ Ετσεβίτ προς τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ το βράδυ της 21ης προς την 22η Ιουλίου. Στο τηλεφώνημα, ισχυρίζεται ο Μπίτος, ο Ετσεβίτ λέει ότι ο ελληνικός στόλος έπλευσε στην Κύπρο (επρόκειτο για ένα αρματαγωγό, που είχε μεταφέρει στο νησί τους αντικαταστάτες της ΕΛΔΥΚ). Ο Κίσινγκερ, σύμφωνα με τον μάρτυρα, λέει στον Ετσεβίτ να «προσβάλει» τον ελληνικό στόλο – με αποτέλεσμα, στην ομίχλη του πολέμου, τουρκικά αεροσκάφη να βυθίσουν τουρκικό αντιτορπιλικό.

Οι χειρισμοί

Ο Μπίτος χαρακτηρίζει «φιάσκο» την επιστράτευση που διέταξε η χούντα. Οπως αναφέρει, «μια επιστράτευση, για να επιτύχει, χρειάζεται κάποιο στάδιο προπαρασκευής», που στις σχετικές ασκήσεις ξεκινά 15 ημέρες από το γεγονός. «Υποτίθεται ότι η κρίσις αρχίζει και από τότε δημιουργείται και καλούνται πυρήνες, επιστρατεύονται ορισμένα οχήματα ή ενεργοποιούνται ορισμένα οχήματα, τα οποία θα στείλουνε τις ατομικές προσκλήσεις κ.λπ.». Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι η επιστράτευση έγινε για «εκφοβισμό», αλλά «απεδείχθη και μπούμερανγκ, γιατί απεδείχθη ότι ήταν μπλόφα κι αυτό μετά μέτρησε στις αποφάσεις της Αγκυρας και, δεν ξέρω, ίσως και του συμμαχικού παράγοντα». Παράλληλα, ο συγκεκριμένος μάρτυρας αναδεικνύει την κατάρρευση του ηθικού στην ελληνική πλευρά. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε ένα συμβάν που έλαβε χώρα το βράδυ της 20ής του μηνός. Είχε οργανωθεί μια μοίρα καταδρομών να μεταβεί στην Κύπρο αλλά «δεν πήγε διότι αντέδρασαν οι τέσσερις πιλότοι της Ολυμπιακής Αεροπορίας οι οποίοι είχαν επιστρατευθεί, και εν συνεχεία και ο διοικητής της μοίρας», σταματώντας εσκεμμένα για ανεφοδιασμό στην Κρήτη.

Ο Μπίτος αναφέρεται και στην υπόθεση των ελληνικών υποβρυχίων που προσέγγισαν την Κύπρο, αλλά δεν έβαλαν κατά των τουρκικών δυνάμεων: «Δύο φορές τα υποβρύχια έφθασαν, τη μία σε απόσταση βολής τορπιλών, δεν ξέρω αν είναι κανένας του ναυτικού κύριος εδώ, δηλαδή περίπου 15 μίλια, 10 μίλια, δεν ξέρω, 20 μίλια, κάτι τέτοιο, και τη δεύτερη φορά πλησίασαν την Κύπρο στα 80 ναυτικά μίλια και επίσης διατάχθηκαν και επέστρεψαν. Τη δεύτερη φορά, βέβαια, ήταν κατά τις 23-24 του μηνός». Οταν ρώτησε τον αρχηγό του Ναυτικού γιατί συνέβη αυτό, του απάντησε ότι πρέπει να περιπολήσουν και να φυλάξουν το στενό «μεταξύ Ρόδου, Καρπάθου και Κρήτης, Κάσου, δεν θυμάμαι ποια νησιά παρεμβάλλονται εκεί».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ