ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γιάννος Παπαντωνίου: Η προφυλάκιση και οι προβληματισμοί

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

Καθοριστικό ρόλο στην απόφαση προσωρινής κράτησης φαίνεται ότι έπαιξε η απολογία φίλου του Γιάννου Παπαντωνίου, ο οποίος ανέφερε ότι τη διετία 2002-2003 πήρε από τον ίδιο σε μετρητά 2,5 εκατ. ευρώ και τα κατέθεσε τμηματικά σε λογαριασμούς στην Ελβετία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η προσωρινή κράτηση του Γιάννου Παπαντωνίου δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία, καθώς οι έρευνες για τα οικονομικά του είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίς και πάντως εντατικά πριν από έξι χρόνια, για να κλιμακωθούν την τελευταία διετία. Εντούτοις το γεγονός ότι οδηγήθηκε στη φυλακή, όπως και η σύζυγός του Σταυρούλα Κουράκου, συνδικαιούχος σε λογαριασμούς του που ελέγχονται ως «οχήματα» παράνομων πληρωμών, προκάλεσε πολιτική αντιπαράθεση και έφερε στο προσκήνιο προβληματισμούς.

Αλλωστε ο ίδιος ο πρώην υπουργός, εξερχόμενος του ανακριτικού γραφείου τα μεσάνυχτα της Τρίτης και μετά μια εξαντλητική απολογία που κράτησε δύο ημέρες συνολικά, έκανε λόγο για «εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης» και πρόσθεσε πως «το δόγμα Πολάκη εφαρμόζεται γενικά».

Η περίπτωση Παπαντωνίου, που ελέγχεται ως αποδέκτης «μαύρου» χρήματος με φόντο συμβάσεις εξοπλιστικών που υπεγράφησαν επί των ημερών του στο υπουργείο Εθνικής Αμυνας, έχει πολλές ομοιότητες αλλά και διαφορές με εκείνη του προκατόχου του Ακη Τσοχατζόπουλου.

Και οι δύο βρέθηκαν στο επίκεντρο πολύχρονων δικαστικών ερευνών για «μαύρο» χρήμα και ουσιαστικά για δωροδοκίες επί της υπουργικής τους θητείας στο υπουργείο Αμυνας. Ο Ακης Τσοχατζόπουλος, που καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη και έμεινε πάνω από πέντε χρόνια στη φυλακή, βρέθηκε με καταθέσεις που δεν μπορούσε να δικαιολογήσει, με ακίνητα που αποκτήθηκαν –κατά το κατηγορητήριο– από τις μίζες, με σημειώσεις λεπτομερέστατες για τις επαφές του και τα χρηματικά ποσά που ελάμβανε, ενώ επιπλέον ο στενός του συνεργάτης και πρώτος του εξάδελφος Νικόλαος Ζήγρας αποκάλυψε διαδρομές χρημάτων και πρακτικές παρασκηνίου που εξυπηρετούσαν τις δωροληψίες του πρώην υπουργού.

Στην περίπτωση Παπαντωνίου τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως διαφορετικά. Οι δικαστικές αρχές έψαχναν χρόνια τις διαδρομές του πολιτικού χρήματος και τη σχέση του Γιάννου Παπαντωνίου ή στενών του συνεργατών του με πρόσωπα που διαδραμάτισαν ρόλο στις πωλήσεις όπλων εκείνη την περίοδο και δραστηριοποιήθηκαν ειδικά στις συμβάσεις για τις φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού.

Η ύπαρξη λογαριασμού της συζύγου του Σταυρούλας Κουράκου στην πολυσυζητημένη λίστα Λαγκάρντ πυροδότησε τις έρευνες γύρω από τα οικονομικά του Γιάννου Παπαντωνίου, οι οποίες την τελευταία διετία κλιμακώθηκαν με αιτήματα δικαστικής συνδρομής στην Ελβετία και άλλες κινήσεις της ανακρίτριας Διαφθοράς Ηλιάνας Ζαμανίκα και του επίκουρου ανακριτή Γεωργίου Ευαγγέλου. Το αποτέλεσμα ήταν ο εντοπισμός 2,8 εκατ. ελβετικών φράγκων σε λογαριασμούς του πρώην υπουργού και η απολογία φίλου του, που επίσης κατηγορείται στην υπόθεση, ο οποίος ανέφερε ότι πράγματι πήρε σε μετρητά 2,5 εκατ. ευρώ από τον πρώην υπουργό τη διετία 2002-2003 και τα κατέθεσε τμηματικά στους λογαριασμούς Παπαντωνίου στην Ελβετία.

Πέραν αυτών, ελέγχεται η απόκτηση περιουσιακών στοιχείων από τον πρώην υπουργό, έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη. Ομως, προς το παρόν, δεν έχει εντοπιστεί άμεση σχέση του ίδιου του Παπαντωνίου ή του φίλου του, που λέει ότι τον διευκόλυνε με τις καταθέσεις των μετρητών στην Ελβετία, με τον έμπορο όπλων ο οποίος κατά το κατηγορητήριο ήταν η «πηγή» της μίζας για τις φρεγάτες, ο οποίος δυστυχώς δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή για να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει πού και σε ποιον έδινε χρήματα.

Ισως και γι’ αυτό τον λόγο ο πρώην υπουργός μιλάει για «σενάριο» σε ό,τι αφορά την κατηγορία για ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος με την οποία είναι ήδη αντιμέτωπος, και αρνείται ότι τα χρήματα που βρέθηκαν στους λογαριασμούς του είναι προϊόντα παράνομων δοσοληψιών, αποδίδοντας στην προσωρινή κράτησή του στοιχεία πολιτικής σκοπιμότητας.

Με αφορμή πάντως την προσωρινή κράτηση Παπαντωνίου, που άνοιξε την αυλαία για δικαστική αντιμετώπιση πολιτικών στην τρέχουσα δικαστική χρονιά που συμπίπτει με την προεκλογική περίοδο, η συζήτηση για εμπλοκή της Δικαιοσύνης στις πολιτικές επιδιώξεις των κομμάτων, και πρωτίστως της κυβέρνησης, πυροδοτήθηκε και πάλι. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Δικαιοσύνη, είτε το θέλει είτε όχι, εμπλέκεται ενεργά στα πολιτικά πράγματα και με τις δικαστικές της ενέργειες ή αδράνειές της επηρεάζει και προκαλεί αναταράξεις στο πολιτικό σκηνικό, που ενίοτε προσλαμβάνουν διαστάσεις, κυρίως σε προεκλογικές περιόδους, οπότε το πολιτικό θερμόμετρο εκτοξεύεται.

Από το 1989 άλλωστε, που η Δικαιοσύνη μπήκε για τα καλά στο παιχνίδι της πολιτικής αντιπαράθεσης, έως και σήμερα, πάντα κατά τη διάρκεια των προεκλογικών περιόδων, μέσα από τα δικαστήρια περνούν πολλά που καθορίζουν το πολιτικό παιχνίδι.

Στην περίπτωση Παπαντωνίου, όπως ήταν φυσικό, έγινε επανάληψη του ίδιου σκηνικού. Από την πλευρά της κυβέρνησης αξιοποιείται η προσωρινή του κράτηση ως στοιχείο που αποδεικνύει τη «σαπίλα» του παλιού πολιτικού συστήματος και τη βούληση για πάταξη της διαφθοράς.

Αξιοποιείται και από την αντιπολίτευση που μιλάει –με τον ένα ή τον άλλον τρόπο– για μια υπόθεση που η έρευνά της ξεκίνησε πριν από τη σημερινή κυβέρνηση, τουλάχιστον από το 2012, και άρα δεν αποτελεί πρωτοβουλία του παρόντος, ενώ όλοι ομοφωνούν πως κάθε πτυχή της πρέπει να ερευνηθεί και να φωτιστεί.

Στον νομικό κόσμο και στο δικαστικό σώμα η υπόθεση Παπαντωνίου αντιμετωπίζεται με άλλα κριτήρια. Νομικοί θεωρούν επιβεβλημένη την προσωρινή κράτηση του πρώην υπουργού, άλλοι μιλούν για όρια στην επιβολή της προσωρινής κράτησης και ορισμένοι από αυτούς σε δημόσιες παρεμβάσεις τους θεωρούν υπερβολική την προσωρινή κράτηση της συζύγου του πρώην υπουργού, ενώ κάποιοι λένε ότι δεν υπήρχαν δείγματα διαφυγής του στο εξωτερικό.

Αντικειμενική κρίση

Από την άλλη, στη συντριπτική πλειονότητα των δικαστών και των εισαγγελέων που καλούνται να διαχειριστούν υποθέσεις με πολιτικές προεκτάσεις, κυριαρχεί η άποψη ότι η Δικαιοσύνη οφείλει να διασφαλίσει την αντικειμενική της κρίση και την αξιοπιστία της έναντι των πολιτών. Αποκρούουν δηλαδή την εκδοχή της εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης ως «θεσμικής απόκλισης» και είναι πολλοί εκείνοι οι δικαστικοί παράγοντες που δηλώνουν σε όλους τους τόνους πως «οι δικαστικές αρχές οφείλουν να αντιμετωπίζουν κάθε υπόθεση πολιτικού ενδιαφέροντος με απόλυτη τήρηση της νομιμότητας, ανεξαρτήτως ποιον έχουν ενώπιόν τους, για να μπορούν να πείσουν τους πολίτες, τα κόμματα και τους ίδιους τους εμπλεκομένους ότι δεν υπηρετούνται σκοπιμότητες ή άλλες συγκυριακές προθέσεις». Πάντως, η έρευνα για τα οικονομικά Παπαντωνίου συνεχίζεται και οι εξελίξεις είναι ανοικτές σε νέα δεδομένα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ