ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την Αθήνα θα επισκεφθεί την ερχόμενη εβδομάδα για συνέδριο της ΤτΕ ο Ολι Ρεν, γνώριμος της Ελλάδας ως επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ε.Ε. στην εποχή του πρώτου μνημονίου. Ο σημερινός κεντρικός τραπεζίτης της Φινλανδίας απάντησε μέσω email στις ερωτήσεις της «Κ» για την ιταλική κρίση, τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας – και τους λόγους που η ελληνική κρίση διήρκεσε τόσο πολύ.

– Πόσο ανησυχείτε για την κατάσταση στην Ιταλία; Θα μπορούσε να οδηγήσει την Ευρωζώνη ξανά σε μία συστημική κρίση;

– Η σχεδιαζόμενη επιδείνωση των διαρθρωτικών δημοσιονομικών στοιχείων θα έχει αρνητική επίπτωση για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Η Ιταλία, μαζί με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, πρέπει να εργαστούν από κοινού ώστε να αποφευχθούν δυσάρεστα αποτελέσματα. Αλλά τη βασική ευθύνη για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών της την έχει η ίδια η Ιταλία. Οι κανόνες είναι οι ίδιοι για όλους στην Ευρωζώνη.

– Εχουν όμως εφαρμοστεί με δίκαιο τρόπο, ή έχει υπάρξει πιο επιεικής μεταχείριση για κάποιες από τις μεγαλύτερες χώρες;

– Συνολικά, η επιβολή των κανόνων για το έλλειμμα έχει υπάρξει δίκαιη. Το μέγεθος των κρατών-μελών δεν παίζει αποφασιστικό ρόλο. Υπάρχει μία διαφοροποίηση που συνδέεται με το αν η χώρα βρίσκεται στην προληπτική διαδικασία ελέγχου του προϋπολογισμού της, στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, ή σε πρόγραμμα προσαρμογής. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει μεγαλύτερη ευελιξία σε σύγκριση με τις άλλες.

– Τον περασμένο μήνα, ο Μάριο Ντράγκι αναφέρθηκε στην ανάγκη να δημιουργηθεί ένα εργαλείο δημοσιονομικής σταθεροποίησης για τη στήριξη κρατών-μελών που αντιμετωπίζουν μια εξωγενή κρίση. Συμφωνείτε;

– Εργαλεία τα οποία θα μπορούσαν να περιορίσουν την οικονομική αστάθεια στις οικονομίες της Ευρωζώνης είναι χρήσιμα. Η πρωταρχική ευθύνη για τη δημοσιονομική στήριξη της οικονομίας ανήκει στο οικονομικό επιτελείο του κάθε κράτους-μέλους. Στις καλές εποχές, πρέπει να δημιουργούν ένα δημοσιονομικό «μαξιλάρι» ασφαλείας για τις πιο δύσκολες. Επί του παρόντος, το όχημα για τη στήριξη κρατών-μελών που αντιμετωπίζουν προβλήματα είναι ο ESM. Ενα κρίσιμο ερώτημα είναι αν αποτελεί χρήσιμο να υπάρχουν εργαλεία δημοσιονομικής σταθεροποίησης που συνοδεύονται από πιο χαλαρή αιρεσιμότητα σε σύγκριση με ένα πρόγραμμα του ESM. Ενα τέτοιο εργαλείο συνεπάγεται προκλήσεις όπως ο ηθικός κίνδυνος και η συμβατότητα με τη Συνθήκη [της Ε.Ε.].

– Πόσο επιτυχής υπήρξε η ΕΚΤ κατά τη διάρκεια της κρίσης στην εφαρμογή μιας νομισματικής πολιτικής που να είναι προς το συμφέρον όλων των κρατών-μελών, τόσο του Βορρά όσο και του Νότου, και στην υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της;

– Η νομισματική πολιτική δεν καταρτίζεται εστιάζοντας σε ένα συγκεκριμένο κράτος-μέλος ή ομάδα κρατών-μελών, αλλά στην Ευρωζώνη συνολικά. Αυτή η αρχή γίνεται σεβαστή από το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ τόσο σε φυσιολογικούς καιρούς, όσο και σε περιόδους κρίσης. Μέτρα όπως το SMP [το αρχικό πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων] και αργότερα το OMT [το δεύτερο πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων, που δεν εφαρμόστηκε ποτέ] ήταν απαραίτητα για να διαφυλαχθεί η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη. Δεν υπονόμευσαν κατά κανέναν τρόπο την ανεξαρτησία της ΕΚΤ.

– Γιατί διήρκεσε τόσο πολύ η ελληνική κρίση; Ηταν λάθος να μη γίνει εξαρχής αναδιάρθρωση του χρέους, οδηγώντας σε μη ρεαλιστικούς δημοσιονομικούς στόχους στο πρώτο πρόγραμμα;

– Το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης ήταν έντονα αρνητικό στην Ελλάδα για 30 χρόνια πριν από το ξέσπασμα της κρίσης (κατά μέσον όρο 7% του ΑΕΠ). Επιπλέον, τα δημοσιονομικά στατιστικά στοιχεία ήταν παραποιημένα. Ως αποτέλεσμα, η ανισορροπία στα δημόσια οικονομικά ήταν μεγάλη και κάπως απρόσμενη – γεγονός που συνέβαλε στη σφοδρότητα της κρίσης. Επιπροσθέτως, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις χρειάζονται χρόνο για να εφαρμοστούν και τα οφέλη τους γίνονται αισθητά με σημαντική καθυστέρηση. Σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας των πλαστών στατιστικών, όλοι υποτίμησαν το μέγεθος της κρίσης στην αρχή, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ε.Ε. Πήρε υπερβολικά πολύ καιρό για να πειστούν οι διαμορφωτές πολιτικής να δράσουν – αν είχαν κινηθεί ταχύτερα θα είχαν περιορίσει τη ζημιά. Επίσης, δεν υπήρχαν τότε ανεπτυγμένοι μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων στην Ε.Ε., όπως ο ESM, o SSM και ο ενιαίος μηχανισμός εξυγίανσης των τραπεζών.

Πολλοί –μεταξύ των οποίων και εγώ– υποτιμήσαμε την παγιωμένη αντίσταση που θα αντιμετώπιζαν στην Ελλάδα οι μεταρρυθμίσεις που μπορούν να απελευθερώσουν τον επιχειρηματικό δυναμισμό και τη δημιουργικότητα της χώρας. Το πρώτο πρόγραμμα εστίαζε πολύ σε αναπτυξιακές μεταρρυθμίσεις, δεν ήταν αποκλειστικά δημοσιονομικού χαρακτήρα· αλλά δεν υπήρχε εθνική συναίνεση υπέρ των μεταρρυθμίσεων αυτών.

– Είστε αισιόδοξος για τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και τη βιωσιμότητα του χρέους της;

– Κατ’ αρχάς, η δομή της ελληνικής οικονομίας έχει βελτιωθεί εξαιτίας των προγραμμάτων. Ωστόσο, είναι σημαντικό να συνεχιστεί η εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Το συνταξιοδοτικό σύστημα, για παράδειγμα, εξακολουθεί να είναι από τα πιο ακριβά στην Ευρώπη. Σχετικά με το χρέος, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί, παραμένει υψηλό. Η συμφωνία της 21ης Ιουνίου παρέχει στην Ελλάδα χρόνο ώστε να κάνει τις αλλαγές εκείνες που θα επαναφέρουν την οικονομία της στη σωστή τροχιά. Το Eurogroup θα κρίνει το 2032 αν απαιτούνται περαιτέρω μέτρα ελάφρυνσης. Σημαντική πρόοδο έχουν πετύχει και οι τράπεζες όσον αφορά την κεφαλαιακή τους επάρκεια και τη ρευστότητά τους. Οι καταθέσεις τους έχουν αυξηθεί και η χρηματοδότησή τους από τη διατραπεζική αγορά έχει διευρυνθεί, μειώνοντας την εξάρτησή τους από τα έκτακτα εργαλεία ρευστότητας της νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει, και η ποιότητα των κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών πρέπει να βελτιωθεί. Η επιτάχυνση στο μέτωπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα καταστήσει τη χρηματοδότησή τους λιγότερο ευάλωτη στις μεταβαλλόμενες ορέξεις των επενδυτών.

Διδάγματα από τη δεκαετία του ’30

– Θα συμμετάσχετε στην Αθήνα σε ένα συνέδριο για την κεντρική τραπεζική στα χρόνια του Μεσοπολέμου. Ποια είναι τα κρίσιμα διδάγματα που πρέπει να αντλήσουν οι σημερινοί κεντρικοί τραπεζίτες από την περίοδο εκείνη;

– Τρία είναι τα κύρια διδάγματα της Μεγάλης Υφεσης των αρχών της δεκαετίας του ’30. Το πρώτο είναι η κορυφαία σημασία της διεθνούς συνεργασίας στην οικονομική πολιτική. Στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, η συνεργασία αυτή κατέρρευσε, ανοίγοντας τον δρόμο στον φασισμό, στον κομμουνισμό και στην οικονομική κρίση. Μεταπολεμικά δημιουργήσαμε διεθνείς θεσμούς που επιτρέπουν τη συνεργασία σε οικονομικά και νομισματικά θέματα.

Δεύτερον, η πρωταρχική ευθύνη μιας κεντρικής τράπεζας είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών για την αποτροπή του αποπληθωρισμού σε περιόδους κρίσης και της αύξησης του πληθωρισμού σε περιόδους άνθησης της οικονομίας.

Το τρίτο δίδαγμα αφορά τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού τομέα σχετικά με τη μακροοικονομική σταθερότητα. Μείζονες αναταραχές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορούν να αποδειχθούν εξαιρετικά αποσταθεροποιητικές για την οικονομία. Συνεπώς, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να δείξουν ιδιαίτερη προσοχή στη χρηματοοικονομική σταθερότητα και στη θωράκιση της οικονομίας από τις επιπτώσεις των πιέσεων στον τραπεζικό κλάδο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ