ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

«18 Απριλίου του 1941. Μεγάλη Παρασκευή και εμείς ήμασταν κυριολεκτικά στην πρώτη γραμμή του Μετώπου. Είχαμε οπτική επαφή με τους Ιταλούς, που ετοίμαζαν μεγάλη αντεπίθεση. Οι Γερμανοί είχαν ήδη εισβάλει στην Ελλάδα από τις 6 Απριλίου. Οι Ιταλοί του Μουσολίνι που τους είχαμε νικήσει κατά κράτος, είχαν πάρει θάρρος ενώ εμείς βρισκόμασταν σε γενική υποχώρηση. Μέσα στην ησυχία, άκουσα βόμβο αεροπλάνων. Πέρασα όλη την ημέρα ξαπλωμένος ανάσκελα, να παρατηρώ σμήνη της ιταλικής αεροπορίας που έκαναν αναγνώριση στις ελληνικές θέσεις για να μας βομβαρδίσουν την επομένη. Πετούσαν τόσο χαμηλά, που μπορούσα να δω τα πρόσωπα των πιλότων με τα μαύρα τους γυαλιά. Ηξερα πως αν δεν γινόταν ένα θαύμα, θα ήμασταν οι πρώτοι που θα χάναμε την ζωή μας.


Ντυμένος στο χακί το 1940, οπότε πήγε στην Αλβανια ως έφεδρος υπολοχαγός.

Ολο το βράδυ, παρά την εξάντληση, δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι ούτε λεπτό. Προτού χαράξει έφτασε νέα εντολή γενικής υποχώρησης. Ξαφνικά, μου ήρθε μια τρελή ιδέα: διέταξα τους 44 άνδρες του λόχου μου να προχωρήσουμε μπροστά, να πάμε μέσα στη μύτη των Ιταλών, έτσι ώστε να μπερδέψουμε τους πιλότους τους. Κανένας δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι θα είχαμε το θράσος να κολλήσουμε επάνω τους. Οι στρατιώτες αντέδρασαν, φώναζαν: “Θα σκοτωθούμε! Το Επιτελείο λέει να υποχωρήσουμε”. Τελικά υπάκουσαν. Συρθήκαμε στο σκοτάδι και λουφάξαμε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από τον εχθρό.

Μόλις βγήκε ο ήλιος, ξανακούσαμε τον βόμβο των αεροπλάνων. Σε λίγο άρχισαν να πέφτουν βόμβες παντού. Ολο το Μεγάλο Σάββατο μας βομβάρδιζαν ανελέητα. Ηταν τόσο μεγάλο το κακό που δεν βλέπαμε τι γινόταν πίσω μας. Κάποια στιγμή έγινε παύση πυρός. Σηκωθήκαμε, μετρηθήκαμε. Ημασταν όλοι σώοι και αβλαβείς. Το τέχνασμα έπιασε! Αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε. Δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε. Οι στρατιώτες μου έλεγαν “Νομίζαμε ότι θα μας σκοτώσετε και τελικά μας σώσατε!”. Πλησιάσαμε στην ελληνική μεριά. Εκεί όπου έπρεπε να είχαμε στρατοπεδεύσει δεν υπήρχε τίποτε όρθιο, ούτε δένδρο, ούτε πέτρα. Ενα τεράστιο σκάμμα με ανακατεμένο χώμα. Κρατήρες παντού. Ο λόχος που ήταν ακριβώς πίσω από εμάς είχε αποδεκατιστεί με νεκρούς ή βαριά τραυματίες. Την επόμενη ημέρα, στις 20 Απριλίου, η Ελλάδα συνθηκολόγησε. Αρχίσαμε το μακρύ ταξίδι με τα πόδια, πίσω στην Αθήνα, φορώντας τις κουρελιασμένες μας στολές. Ομως ήμασταν ζωντανοί...».


Με τους δύο μεγάλους μου αδελφούς, Νίκο και Παναγιώτη.

Μεγαλώνοντας, όλα τα κοριτσάκια φαντάζονται τον πατέρα τους ως ήρωα. Εγώ όμως μπορούσα να καυχιέμαι στο σχολείο ότι είχε και πραγματικό παράσημο. Για την ακρίβεια, ολόκληρο πολεμικό σταυρό. Και ενώ οι περισσότεροι συμμαθητές μου άκουγαν παραμύθια για να κοιμηθούν, εγώ είχα μάθει απέξω αυτήν την ιστορία και ζητούσα να μου τη διηγείται κάθε βράδυ, ίσως γιατί είχε καλό τέλος, ίσως γιατί καμάρωνα πολύ. Ισως γιατί και ο ίδιος –που πέρασε ένα χρόνο από τη Σχολή Ευελπίδων προτού ανοίξει βιομηχανία με κάλτσες– είχε τον πατριωτισμό ως ύψιστη αξία στη ζωή του. Ο Γεώργιος Ν. Πουρνάρας που υπηρέτησε ως έφεδρος υπολοχαγός στην Αλβανία, έχει φύγει από τη ζωή εδώ και 20 χρόνια, όμως θυμάμαι ακόμα τη μυρωδιά του. Οταν έμπαινε στο σπίτι μετά τη δουλειά και έσκυβε για να με σηκώσει αγκαλιά, κρατούσε υπό μάλης την «Καθημερινή» και ένα ζεστό καρβέλι από τον φούρνο. Μύριζε Yardley, μελάνι και ψωμί. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ