ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ «Κ»

Ι. Νικολόπουλος, ο πολεμιστής του Ελ Αλαμέιν: Ο καθένας φρόντιζε να μην πεθάνει

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Εικονογράφηση: Τιτίνα Χαλματζή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Δράττομαι της παρούσης ευκαιρίας διά να σας διαδηλώσω πόσον μεγάλη ήτο η ευχαρίστησίς μου όταν είχον την Ταξιαρχίαν σας υπό τας διαταγάς μου, καθώς και τας πολύτιμους υπηρεσίας τα οποίας αύτη προσέφερεν. Τα εκλεκτά σας στρατεύματα ανταποκρίθηκαν πάντοτε και αμέσως εις παν ό,τι τους εζητήθη και η αξία των επί του πεδίου της μάχης προκάλεσε τον βαθύν θαυμασμόν των δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας».

Το απόσπασμα προέρχεται από την επιστολή που έστειλε ο στρατηγός Μπέρναρντ Μοντγκόμερι τον Δεκέμβριο του 1942 στον συνταγματάρχη Παυσανία Κατσώτα. Ο διοικητής της 8ης Βρετανικής Στρατιάς που πολέμησε στη δεύτερη και καθοριστική μάχη του Ελ Αλαμέιν έστελνε τα συγχαρητήριά του στον διοικητή της 1ης Ελληνικής Ταξιαρχίας που έλαβε μέρος στις μάχες και στελεχωνόταν από άνδρες του τακτικού στρατού που διέφυγαν στη Μέση Ανατολή και από εθελοντές, που σαν άλλοι πρόσφυγες ταξίδεψαν από την Ελλάδα μέχρι το Χαλέπι της Συρίας για να φτάσουν στο στρατόπεδο Κφαρ Ιόνα έξω από το Τελ Αβίβ. Σχεδόν επτά δεκαετίες μετά την επιστολή του Μοντγκόμερι και τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ιωάννης Νικολόπουλος μας υποδέχεται στο σαλόνι του σπιτιού του στην Κηφισιά.

Αρχεία και φωτογραφίες

Πάνω σε ένα τραπέζι, καλυμμένο με μαλακιά πράσινη τσόχα, έχει τοποθετήσει επιμελώς τα αρχεία και τα έγγραφα που έχει κρατήσει από τον Πόλεμο, παλιές φωτογραφίες από τη Χάιφα και την Αλεξάνδρεια και μία, μοναδική όπως μου λέει, από τον αδελφικό του φίλο και συμπολεμιστή από τη Χίο, Γεώργιο Θαλασσινό, που έπεσε στη μάχη. Οσο ο 94χρονος βετεράνος του Ελ Αλαμέιν και του Ρίμινι ψάχνει μια βολική θέση στην πολυθρόνα, βλέπω στο ανοιγμένο στρατιωτικό του δελτίο τη φωτογραφία ενός νεαρού λεπτού άνδρα ντυμένου με στρατιωτική στολή, σίγουρα μεγαλύτερη από το νούμερό του.

«Τα στοιχεία που δίναμε στο στρατόπεδο υποδοχής στη Χάιφα ήταν κατά δήλωση», λέει και τα μάτια του ζωντανεύουν. «Πήγα στην πρώτη σειρά, με ρώτησαν πότε γεννήθηκες, είπα το ’24 και μου είπαν δεν γίνεται να καταταγείς, πήγαινε με τους πρόσφυγες. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ταλαιπωρήθηκα δύο μήνες να φύγω από την Αθήνα, σχεδόν κυνηγημένος επειδή βοηθούσα Βρετανούς στρατιώτες». Ο ανήλικος Ιωάννης του ’41 πήγε στη δεύτερη σειρά της στρατολογίας και δήλωσε γεννηθείς το 1923 ξεκινώντας μια μυθιστορηματική και επικίνδυνη περιπέτεια. Την 28η Οκτωβρίου 1940 οι σειρήνες ήταν που ξύπνησαν τον μαθητή Ιωάννη και έναν χρόνο μετά ο νεοσύλλεκτος Νικολόπουλος παρουσιάστηκε στο στρατόπεδο εκπαιδεύσεως της 1ης Ελληνικής Ταξιαρχίας και εκπαιδεύθηκε στο Απόσπασμα Διαβιβάσεων. Οι Νεοζηλανδοί εκπαιδευτές του επέμεναν στην άψογη εκμάθηση των σημάτων Μορς. Ο πόλεμος στην έρημο ήταν μάχη κινήσεων και ο λιγοστός χρόνος δεν επέτρεπε την εγκατάσταση κεραιών ασύρματης επικοινωνίας. Ο κώδικας Μορς είχε την πιο καθαρή λήψη.

Στα τέλη Ιουνίου του 1942, ο νεαρός Γιάννης Νικολόπουλος και ο φίλος του Γιώργος Θαλασσινός αποφασίζουν να δώσουν εξετάσεις για τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Ευκαιρία να ξεφύγουν από την έρημο και τα οχυρωματικά έργα και να γνωρίσουν την κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια, να φλερτάρουν και να κάνουν μπάνιο στις πλαζ της περιοχής. Ωστόσο, η διάθεση για περιπέτεια δεν τον άφησε να ησυχάσει. Λίγο πριν δώσει εξετάσεις φεύγει με τη μονάδα του για το Ελ Αλαμέιν και κηρύσσεται λιποτάκτης από το Ναυτικό. Απαλλάχθηκε «λόγω απειρίας» και πλέον βρίσκεται στο μέτωπο.

«Στη μάχη της ερήμου αυτό που μας έλειψε ήταν το νερό. Κάθε βράδυ ένα βυτίο μας μοίραζε νερό και είχαμε δικαίωμα για ένα παγούρι. Ενας αξιωματικός έλεγχε την ώρα που γεμίζαμε. Με αυτό το παγούρι ξεδιψούσαμε, ξυριζόμασταν, κάναμε τσάι, βολευόμασταν», μας λέει.

Οι ιθαγενείς με τα γεράκια

Τη νύχτα στην έρημο φοβούνταν τις διάφορες φυλές ιθαγενών, θυμάται, που ήθελαν να τους ληστέψουν. «Δεν θέλαμε να τους χτυπήσουμε, αλλά μέσα στον πόλεμο είχαμε και αυτά. Ηταν περίεργο γενικά, αυτοί κυνηγούσαν λαγούς με εκπαιδευμένα γεράκια και εμείς κάναμε μάχη δίπλα τους».

Μέσα στο όρυγμα οι δύο διαβιβαστές, Νικολόπουλος και Θαλασσινός, ζούσαν σαν «τυφλοπόντικες». Σε βαθουλώματα του μικρού χώρου έβαζαν τα λιγοστά τους υπάρχοντα, σακιά με άμμο τους προστάτευαν από θραύσματα βλημάτων, ο ασύρματος ήταν σε 24ωρη ακρόαση και το βράδυ δεν κυκλοφορούσε κανείς για λόγους ασφαλείας. Το πρωινό ρόφημα μοιραζόταν ξημερώματα, το βράδυ έτρωγαν κορν μπιφ ή κονσέρβες με φασόλια, κομπόστες, κίτρινο τυρί και έπαιρναν ξηρά τροφή για το μεσημεριανό της επομένης. Οι «χιλιάδες, εκατομμύρια μύγες» και η άμμος που έμπαινε μέσα τους δεν έκαμψαν τον ενθουσιασμό τους στις νικηφόρες μάχες του μετώπου. «Η περιπέτεια μας είχε συνεπάρει. Η χαρά της νίκης. Κυνηγήσαμε τους Γερμανούς και τους Ιταλούς για χίλια χιλιόμετρα. Θέλαμε να πάμε να συναντήσουμε τους Αμερικανούς που ήταν στο Μαρόκο», μας λέει ο κ. Νικολόπουλος, αλλά την ίδια στιγμή τα μάτια του σκοτεινιάζουν. «Οποιος πει, όμως, ότι δεν φοβάται στον πόλεμο δεν τα λέει σωστά. Ο καθένας φρόντιζε να μην πεθάνει. Σε έναν βομβαρδισμό από αέρος, το πρώτο που έκανα ήταν να μπω κάτω από ένα τεθωρακισμένο να προστατευθώ. Φοβόμουν όπως και πολλοί συνάδελφοί μου». Σε εκείνο τον βομβαρδισμό, στα έλη Μουντ στις 10 Δεκεμβρίου του 1942, ο ελληνικός στρατός μέτρησε 30 νεκρούς, ανάμεσά τους και ο αγαπημένος φίλος του κ. Νικολόπουλου, ο Γιώργος Θαλασσινός.

Η προαγωγή

Στη συζήτησή μας ο κ. Νικολόπουλος αναφέρει συχνά ότι ο πόλεμος στο Ελ Αλαμέιν ήταν «πόλεμος κυρίων», με άτυπες συμφωνίες παύσης πυρός για την περισυλλογή τραυματιών και περιπτώσεις όπου η μία πλευρά φρόντισε τραυματίες της άλλης. Στην Ορεινή Ταξιαρχία του Ρίμινι όπου υπηρέτησε αργότερα συνέβη κάτι παρόμοιο, όπως γράφει στο βιβλίο του. Σε μια επιχείρηση τραυματίστηκε ένας Ελληνας αξιωματικός και εστάλη σήμα στις Διαβιβάσεις για την άμεση διακομιδή του. Ο οδηγός, όμως, ήταν άφαντος και ο κ. Νικολόπουλος προσφέρθηκε τότε να οδηγήσει στο σημείο περνώντας μέσα από την εμπόλεμη ζώνη. «Μόλις το τζιπ με τη σημαία του Ερυθρού Σταυρού προχώρησε προς το παρατηρητήριο, αισθανθήκαμε ότι η αρματομαχία σταμάτησε για να μας αφήσουν πέρασμα», αναφέρει. Ο αξιωματικός σώθηκε και ο Ιωάννης Νικολόπουλος παρασημοφορήθηκε και προήχθη σε υπαξιωματικό.

Καταλαβαίνω τους νέους που φεύγουν σήμερα από την Ελλάδα

Τακτοποιώντας σε κάποια αποθήκη του πριν από περίπου 10 χρόνια, ένα μικρό δέμα με φωτογραφίες και έγγραφα της εποχής του Β΄ Π.Π. ήρθε στην επιφάνεια. Οι αναμνήσεις που το συνόδευσαν και η επιμονή των παιδιών και των πέντε εγγονιών του οδήγησαν τον κ. Νικολόπουλο να καταγράψει τα απομνημονεύματά του σε έναν ογκώδη τόμο, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και τίτλο «Ελληνας στρατιώτης 1941-1945». Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα ως ιδιωτική έκδοση, μοιράστηκε σε συγγενείς και φίλους του συγγραφέα και στον σύνδεσμο των πολεμιστών της Μέσης Ανατολής (πλέον κυκλοφορεί μέσω της Amazon) και βρήκε τον δρόμο του στα γραφεία της «Κ». Ο κ. Νικολόπουλος περιγράφει με λεπτομέρειες το ταξίδι του στη Μέση Ανατολή, τη ζωή στα στρατόπεδα, τις μάχες, τα πολιτικά κινήματα στο στράτευμα της Αιγύπτου, τη διάλυση της ταξιαρχίας και τη δημιουργία της ΙΙΙ Ορεινής Ταξιαρχίας Ρίμινι αλλά και τις συγκρούσεις στα Δεκεμβριανά του ’44. Στη βιωματική του αφήγηση παρεμβάλλονται αποσπάσματα από ιστορικές μελέτες, έγγραφα και επιστολές που συγκέντρωσε από τα πολεμικά μουσεία της Βρετανίας, του Καναδά και της Νέας Ζηλανδίας. Αρκετοί εθελοντές, όπως και ο συγγραφέας, ήταν μόλις στην αρχή της ενηλικίωσής τους όταν κατατάχθηκαν στο στράτευμα της Μέσης Ανατολής.

Οι ωραίες στιγμές

Η νεότητα δεν είχε μυαλό μόνο για τις μάχες αλλά και για τις ωραίες στιγμές της ζωής που τις αναζητεί παντού. Ο κ. Νικολόπουλος θυμάται και γράφει για τους αγώνες μπάσκετ που έπαιζαν στο Τελ Αβίβ, για τις μπίρες και το τσάι που αγόραζαν από τις βρετανικές καντίνες, τα ακριβά σπαθιά της Δαμασκού που έπαιρναν οι αξιωματικοί, για τις βόλτες στον Λίβανο, τα φλερτ στα γαλλικά και το βράδυ που, άμαθος τότε, μέθυσε με ουίσκι και σήκωσε την ταξιαρχία στο πόδι για να τον ψάχνει. «Με ανακάλυψαν στο σκάμμα να ροχαλίζω», γράφει, αλλά στον πόλεμο, όταν όλοι ξέρουν ότι κάθε μέρα μπορεί να είναι η τελευταία τους, τα μικροπαραπτώματα συγχωρούνται.
Βέβαια, οι Ελληνες στρατιώτες δεν ήταν πάντα φρόνιμοι, όπως γράφει στο βιβλίο του. Ορισμένοι «οικειοποιήθηκαν» δεκάδες ραδιόφωνα που είχε στείλει ως δώρο στους Βρετανούς ο Βασιλιάς Γεώργιος ΣΤ΄ και πριν προλάβουν να παραδοθούν, πουλήθηκαν στους Αιγυπτιώτες οπλίτες. Μόλις μαθεύτηκε το σκάνδαλο, οι αγοραστές υποχρεώθηκαν να τα επιστρέψουν.

Ο «μικρός ήρως», όπως τον φώναζαν χαϊδευτικά οι συνάδελφοί του λόγω του νεαρού της ηλικίας του, μεγάλωσε αλλά το κοφτερό μυαλό του, που μετά τον πόλεμο τον οδήγησε στην Αφρική για καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες, καταλαβαίνει, όπως μας λέει, τους νέους που φεύγουν σήμερα από την Ελλάδα για μια καλύτερη ζωή. «Η έννοια της πατρίδας σήμερα δεν έχει τη σημασία που είχε στα δικά μου νεανικά χρόνια. Το κράτος έχει διαλυθεί και έτσι οι νέοι σήμερα δεν πιστεύουν στην πατρίδα και στην έννοια του κράτους», καταλήγει.

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε με τον βετεράνο πολεμιστή Ιωάννη Νικολόπουλο καιρό πριν στο σπίτι του στην Κηφισιά. Η προχωρημένη ηλικία του, άλλωστε, δεν του επιτρέπει πολλές εξόδους, αν και λίγες ημέρες μετά έδωσε το «παρών» στην τιμητική εκδήλωση που διοργάνωσε το υπουργείο Εθνικής Αμυνας για τους βετεράνους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο Πολεμικό Μουσείο. Φιλόξενος και εγκάρδιος, μας κέρασε καφέ και γλυκό.

Oι σταθμοί του

1924
Γεννιέται στη Θεσσαλονίκη, όπου χάνει τη μητέρα του σε ηλικία 10 ετών.

1940
Διακόπτει τη φοίτηση του Γυμνασίου λόγω της κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου.

1941
Διαφεύγει στη Μέση Ανατολή και κατατάσσεται στον ελληνικό στρατό.

1942-44
Συμμετέχει σε επιχειρήσεις στο Ελ Αλαμέιν, στο Ρίμινι και στα Δεκεμβριανά της Αθήνας.

1952
Μεταναστεύει στο Καμερούν και δημιουργεί την οικογένειά του.

1958
Επιστρέφει στην Αθήνα και ξεκινά δική του επιχείρηση.

2016
Εκδίδει το βιβλίο «Ελληνας στρατιώτης 1941-1945» (εκδ. Ωκεανίδα) με τα απομνημονεύματά του.

2017
Το βιβλίο μεταφράζεται και στα αγγλικά και κυκλοφορεί στις δύο γλώσσες μέσω της Amazon.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ