ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Κυριακή στον Μαραθώνα του παρελθόντος

Στέλιος Γ. Πλακίτσης

«Κυριακή γιορτή και σχόλη να ήταν η εβδομάδα όλη». Αυτή ήταν η επιθυμία όλων αλλά και η ευχή του Θεού, έξι ημέρες εργασίας και την έβδομη ημέρα ανάπαυση. Όμως, αυτή η ανάπαυση δεν ήταν ακριβώς ανάπαυση, τουλάχιστον για όλους εμάς που μεγαλώσαμε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, στις παρυφές της Αθήνας, στον Μαραθώνα, που εκείνα τα χρόνια δεν ήταν ακριβώς «παρυφές» αλλά κάτι που έμοιαζε πολύ περισσότερο με καθαρή, ελληνική επαρχία.

Έτσι, το πρωί της Κυριακής χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας του χωριού που καλούσε τους πιστούς στον ναό. Η οικογένεια φορούσε τα καλά της ρούχα, μπροστά ο πάτερ φαμίλιας και πίσω η γυναίκα με τα παιδιά λάμβαναν θέσεις όπως όριζαν στην εκκλησία, δεξιά οι «θέσεις ανδρών» και αριστερά οι «θέσεις γυναικών» και τα παιδιά επάνω στον γυναικωνίτη. Αναφέρομαι στα ήθη και στα έθιμα ενός χωριού της Αττικής, εδώ όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, και σήμερα διανύω την ένατη δεκαετία της ζωής μου. Η Κυριακή, λοιπόν, ήταν γιορτή χαράς και γλεντιού και, όταν «σχολούσε» η εκκλησία, η οικογένεια χωριζόταν. Ο άνδρας πήγαινε στο καφενείο για καφέ και η σύζυγος βιαστική γύριζε στο σπίτι να αποτελειώσει την ετοιμασία για το κυριακάτικο τραπέζι. Και τι δεν έφτιαχνε γι’ αυτό: πίτες, σπανακόπιτα, κοκόρια κοκκινιστά, προβατίνα στα κάρβουνα και ακόμη «σπέσιαλ» γλυκά, ειδικά για την περίσταση. Όλα κι όλα, η Κυριακή ήταν ακόμα «Κυριακή». Η μητέρα μου έστρωνε το άσπρο τραπεζομάντιλο κάτω από τον βαθύ ίσκιο της πλατύφυλλης μουριάς, ενώ στον προαύλιο χώρο μοσχομύριζαν ο βασιλικός και ο κατιφές και το γιασεμί. Όλα αυτά που σήμερα μοιάζουν «γραφικά» και σχεδόν ψεύτικα, σαν κόπια παλιάς ελληνικής ταινίας, ήταν η ζωή μας, αυτό που ζήσαμε μεγαλώνοντας. Στο καφενείο ήταν η ώρα για ένα ουζάκι «καραφάκι» με «μιζέ», όπως έγραφε ο τιμοκατάλογος του καφενείου, και η συζήτηση γινόταν για τις αγροτικές παραγωγές, οπωσδήποτε την πολιτική και για τα τοπικά δρώμενα, όσα συνέβαιναν στην πραγματικότητα, αλλά και όσα επινοούσε η φαντασία. Όχι πολύ αργότερα, ερχόταν η ώρα του φαγητού. Η υποχρέωση του πατέρα, αλλά και κάθε οικογενειάρχη που σεβόταν τον εαυτό του, ήταν να πιάσει μόνος του την κεχριμπαρένια ρετσίνα από σαββατιανά σταφύλια, που είχε «ντάνες» τα βαρέλια στον υπόγειο χώρο του σπιτιού, και μετά συνύπαρξη με το «σόι» κάτω από την αθάνατη μουριά και φαγοπότι. 

Τις απογευματινές ώρες, η Κυριακή έπαιρνε μια διαφορετική διάσταση. Μιλάω για το «νυφοπάζαρο», μια πραγματικότητα σε όλα τα χωριά της περιφέρειας στα χρόνια από το τέλος της δεκαετίας του 1940 και μέχρι την αρχή της Μεταπολίτευσης. Το «νυφοπάζαρο» στα μέρη μας άρχιζε από το κέντρο «Στελλάκης» και κατέληγε στο καφενείο του Τσάμη. Ακόμη χαραγμένη παραμένει στο μυαλό μου, στα μάτια μου μπροστά, η εικόνα της περίφημης «πιάτσας» τα απογεύματα της Κυριακής. Κορίτσια με κατακόκκινα μάγουλα, ντυμένα με τα «καλά» τους φορέματα από εμπριμέ ή λινά υφάσματα, πιασμένα δύο δύο αγκαζέ. Αγόρια καλοχτενισμένα, με γυαλιστερά μαλλιά από «μπριγιαντίνη», με καλογυαλισμένα παπούτσια, με λοξές και φλογερές ματιές εκατέρωθεν, χτυποκάρδια, έρωτες, αρραβωνιάσματα πάνω κάτω στον δρόμο. Και μετά, όσο ο καιρός το επέτρεπε, γέμιζαν το θερινό σινεμά του Μαραθώνα με τις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες ή το θέατρο σκιών, για να δουν τα παιδιά τον Καραγκιόζη «Γιατρό», ή με τον θίασο της εκρηκτικής Σπεράντζας Βρανά με τις μίνι αθηναϊκές επιθεωρήσεις. Αυτά συνέβαιναν στο Αρχοντοχώρι του Μαραθώνα τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Χρόνια όχι εύκολα, αλλά και τόσο διαφορετικά από τη σημερινή κατάπτωση με τα κλειστά μαγαζιά και τις σκονισμένες τζαμαρίες. Αλλά εκείνο το άρωμα Κυριακής παραμένει μαζί μας, μέσα μας, αφιερωμένο σε ανθρώπους και Θεό. ■

* Ο Στέλιος Γ. Πλακίτσης είναι λαογράφος.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ