ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σινοαμερικανική κόντρα για την υψηλή τεχνολογία

Το Πεκίνο εξακολουθεί να επιδοτεί τις κινεζικές βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και να τις ενθαρρύνει να αποσπούν με τεχνάσματα τεχνογνωσία από τις αμερικανικές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η παγκόσμια κυριαρχία στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας είναι το ζητούμενο ενός νέου μετώπου που ανοίγει ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αναχαιτίσει την επέλαση της Κίνας στην υψηλή τεχνολογία ενώ το Πεκίνο εξακολουθεί να επιδοτεί τις κινεζικές βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και να τις ενθαρρύνει να αποσπούν με τεχνάσματα τεχνογνωσία από τις αμερικανικές. Η κυβέρνηση Τραμπ αποφάσισε χθες να απαγορεύσει στις αμερικανικές επιχειρήσεις κάθε συνεργασία με την κινεζική βιομηχανία ημιαγωγών Fujian Jinhua. Επικαλέστηκε λόγους εθνικής και οικονομικής ασφάλειας, καθώς η Fujian Jinhua κατηγορείται από την αμερικανική Micron Technology ότι της έχει υποκλέψει τεχνολογικά μυστικά. Υποστηρίζει μάλιστα ότι αυτό έγινε μέσω δύο μηχανολόγων πρώην υπαλλήλων της, τους οποίους κατόρθωσε να της αποσπάσει η Fujian.

Οπως αναφέρει σχετικό ρεπορτάζ της εφημερίδας Wall Street Journal, πρόκειται για μία από τις τρεις κινεζικές εταιρείες που με την αμέριστη στήριξη του Πεκίνου έχουν αναλάβει καίριο ρόλο στην ανάδειξη της Κίνας σε παγκόσμια ηγεμονική δύναμη στην τεχνολογία. Αυτή είναι και η ιδιαιτερότητα της Fujian Jinhua που από το 2016, και από κοινού με τις Tsinghua Unigroup Ltd και Ιnnotron Memory Co., προσπαθεί να απαλλάξει οριστικά την Κίνα από την ανάγκη να εισάγει μικροεπεξεργαστές.

Σε μονάδα της στην ανατολική επαρχία της Φουτζιάν, της οποίας το κόστος υπολογίζεται σε 5,7 δισ. δολάρια, η εταιρεία ειδικεύεται στην παραγωγή DRAM, ενός είδους μικροεπεξεργαστών μνήμης που χρησιμοποιούνται σε τηλέφωνα και υπολογιστές και προσφέρουν άμεση και εύκολη πρόσβαση σε αποθηκευμένες πληροφορίες.

Σύμφωνα με σχετικό δημοσίευμα των Financial Times, που επικαλείται κινεζικά ΜΜΕ, η εν λόγω μονάδα σχεδιάζει να παράγει αυτού του είδους τους μικροεπεξεργαστές μνήμης συνολική αξίας 1,6 δισ. δολαρίων ετησίως.

Η υπόθεση δεν εμπίπτει στην ίδια κατηγορία με την επίσης κινεζική ΖΤΕ που προ μηνών έτυχε παρόμοιας μεταχείρισης από την Ουάσιγκτον, επειδή, όμως, είχε παραβιάσει το αμερικανικό εμπάργκο κατά του Ιράν και της Βόρειας Κορέας. Σύντομα η Ουάσιγκτον βρήκε έναν εύσχημο τρόπο να δικαιολογήσει την άρση της απαγόρευσης που τελικά απέβαινε εις βάρος των αμερικανικών επιχειρήσεων. Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά στην περίπτωση της Jinhua. Τον περασμένο Δεκέμβριο η αμερικανική Micron Technology υπέβαλε μήνυση κατά της Jinhua και κατά της United MicroelectronicsCorp, εταίρου της Jinhua στην Ταϊβάν. Με τη σειρά της η Jinhua κατέθεσε μήνυση κατά της Micron επιστρέφοντάς της την κατηγορία,υποστηρίζοντας δηλαδή ότι εκείνη επιχείρησε να υποκλέψει δική της τεχνογνωσία. Η δικαστική διαμάχη βρίσκεται βέβαια σε εξέλιξη, αλλά είναι σαφές ότι το θέμα δεν είναι νομικής φύσεως ούτε θα κριθεί σε αίθουσες δικαστηρίων.

Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ θα πλήξει καίρια την Jinhua, καθώς η βιομηχανία αυτή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από μερικές αμερικανικές εταιρείες της Καλιφόρνιας που δεσπόζουν στην παγκόσμια αγορά μικροτεχνολογίας. Ανάμεσά τους οι Applied Materials nc., Lam Research Corp και KLA Tencor Corp. Στο πλαίσιο του προγράμματος Made in China 2025, που στοχεύει ακριβώς στην απεξάρτηση της Κίνας από τις εισαγωγές τεχνολογίας, το Πεκίνο έχει χορηγήσει δισεκατομμύρια στον μεταποιητικό τομέα. Εκτιμάται πως ειδικότερα στον κλάδο των μικροεπεξεργαστών έχει επενδύσει περισσότερα από 150 δισ. δολάρια από το 2017 και μετά. Οπως τονίζει η Wall Street Journal, σε μεγάλο βαθμό έχει επιτύχει να καταλάβει σημαντικό χώρο στην παγκόσμια αγορά καθώς στον τομέα των λεγόμενων έξυπνων κινητών τηλεφώνων οι κινεζικές εταιρείες αντιπροσωπεύουν περίπου το 50% των παγκόσμιων εξαγωγών. Οι κινεζικές εταιρείες, όμως, εξακολουθούν να καλύπτουν με εισαγωγές το 90% των αναγκών τους σε μικροεπεξεργαστές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ