ΕΛΛΑΔΑ

Αποκλειστικά στην «Κ»: Δύο αναλύσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αποψη: Γενικόλογη δήλωση που δεν φανερώνει το πλήρες σχέδιο

Ο πρωθυπουργός μιλώντας στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνταγματική αναθεώρηση αφιέρωσε τριακόσιες λέξεις στο θέμα των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους. Και τόνισε ότι «έχει έρθει ο καιρός ώστε να κατοχυρωθεί ρητά στο Σύνταγμα η θρησκευτική ουδετερότητα του ελληνικού κράτους με ό,τι αυτό συνεπάγεται κανονιστικά και πρακτικά». Είναι προφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι ο πρωθυπουργός, με τη γενικόλογη αυτή δήλωση, αλλά και όσα άλλα στη συνέχεια ανέφερε, δεν θέλησε να εκδιπλώσει, τουλάχιστον προς το παρόν, το πλήρες σχέδιό του εν προκειμένω. Διότι η «θρησκευτική ουδετερότητα» μπορεί να σημαίνει μια ερμηνευτική δήλωση υπό το άρθρο 3 του Συντάγματος, μπορεί όμως να σημαίνει και πλήρη κατάργησή του, πράγμα που με βρίσκει αντίθετο. Τι εκ των δύο προτείνει; Δεν είναι σαφές!

Εξ ετέρου, οι διακριτοί ρόλοι Κράτους και Εκκλησίας, που επικαλούνται τόσο η Εκκλησία όσο και η Πολιτεία, δεν χρήζουν συνταγματικής αναθεωρήσεως, αλλά πολιτικής βουλήσεως και απόκεινται στην ευχέρεια του νομοθέτη, ο οποίος άλλωστε ψηφίζει τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος. Οι επανειλημμένες, τέλος, αναφορές του στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και στη σχέση εμπιστοσύνης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ τους αφήνουν την αίσθηση ότι ίσως έχει επέλθει κάποιου είδους συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών.

Θέλω να ελπίζω ότι ο πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, το γε νυν έχον, έχει σαφή γνώση του γεγονότος ότι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών είναι απλώς πρόεδρος των κεντρικών οργάνων της Εκκλησίας, δηλ. της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ι. Συνόδου, καθώς, επίσης, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, που αναφέρει το Σύνταγμα ως «επικρατούσα», αποτελείται από την «Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος», που την ανακήρυξε Αυτοκέφαλη το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1850, και τις «Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου», που το τελευταίο εξεχώρησε «επιτροπικώς» και «εν τοις επί μέρους» προς διοίκηση στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος το 1928. Και ότι δεν λησμονεί πως περιοχές όπως η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, αλλά και το Αγιον Ορος, προστατευόμενο μάλιστα με ρητή διάταξη του Συντάγματος, ανήκουν στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Συνεπώς, πριν οριστικοποιήσει τις αποφάσεις του, καλό θα ήταν για τον πρόεδρο της κυβέρνησης να επανεξετάσει τη νομιμοποίηση των συνομιλητών του!

* Ο κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης είναι ομότιμος καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών.

Αποψη: Μικρά, αλλά αναγκαία βήματα

Πριν από δεκατρία χρόνια, η Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου συνέταξε αναλυτική και τεκμηριωμένη πρόταση νόμου για τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας και την περιέφερε στα κόμματα προκειμένου να τα πείσει για τη σκοπιμότητα και την επικαιρότητα του χωρισμού τους. Αντιλαμβανόταν μεν τότε η Ενωση ότι η πρόταση αυτή δεν θα μπορούσε να γίνει εύκολα και αμέσως δεκτή από ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, σχημάτισε όμως την εντύπωση ότι οι συνθήκες ήσαν ώριμες τουλάχιστον για μιαν απροκατάληπτη συζήτηση.

Εκτοτε οι εξελίξεις δεν επιβεβαίωσαν εκείνη την αισιοδοξία, καθώς όχι μόνον ουδέποτε διεξήχθη η ψύχραιμη συζήτηση, αλλ’ αντιθέτως φαίνεται ότι οι όροι της έχουν εν πολλοίς διανύσει οπισθοδρομική πορεία. Οι πολιτικές δυνάμεις είτε σιωπούν αιδημόνως είτε ανακινούν το θέμα με πρώτιστο κριτήριο το πώς θα φέρουν η μια την άλλη σε δύσκολη θέση, η Εκκλησία εφησυχάζει στην κοσμική της ισχύ και η Δικαιοσύνη αποδεικνύει ότι η αναλαμπή της υπόθεσης των αστυνομικών ταυτοτήτων αποτελεί παρελθόν.

Σε αυτή τη συγκυρία, δεν προξενεί έκπληξη ότι εμφανίζονται περίπου ως επαναστατικές, και πάντως ως δήθεν συνεπείς προς τις πολιτικές παραδόσεις εκείνων που τις εκφέρουν, διακηρύξεις όπως ότι θα «κατοχυρωθεί ρητά… η θρησκευτική ουδετερότητα του ελληνικού κράτους» ή ότι «οι πολίτες αλλά και οι πιστοί έχουν… τη σωφροσύνη και την ευαισθησία να αποδεχτούν τον εξορθολογισμό των σχέσεων» Πολιτείας και Εκκλησίας. Μα αυτά κάποτε ήσαν αυτονόητα: η θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους γινόταν ερμηνευτικά δεκτή ήδη υπό το Σύνταγμα του 1975, γονυκλισίες και σταυροφορίες θεσμικών παραγόντων αντιμετωπίζονταν σαν ανώδυνες και ευκαιριακές γραφικότητες, ενώ μέγα μέρος του πολιτικού φάσματος, και όχι μόνον η Αριστερά, φαινόταν πρόθυμο να συζητήσει όχι απλώς κάποιον εξορθολογισμό, αλλά τον πλήρη χωρισμό. Τα παρέσυρε κι αυτά η κρίση;

Εστω και έτσι, όμως, η επαναφορά του θέματος στη συζήτηση δεν χάνει τη σημασία της. Τα μικρά βήματα, που άλλοτε θα λοιδορούνταν ως υποκριτικά ή ανεπαρκή, ίσως οδηγήσουν στη σταδιακή αφομοίωση ενός προβληματισμού που, όπως αποδεικνύεται, ουδέποτε ήταν εύκολο να τύχει ευρύτατης αποδοχής. Η προηγούμενη συνεννόηση με την Εκκλησία, προϋπόθεση απολύτως ασύμβατη με το σύγχρονο κράτος δικαίου, ίσως αποτελέσει τον μόνο τρόπο αντιμετώπισης εδραίων παρεξηγήσεων περί άρρηκτης σύνδεσης έθνους, κράτους, θρησκείας και ηθικής.

Οσοι, λοιπόν, έχουν άποψη και αντοχή, ας ετοιμασθούν για μιαν ακόμη δημόσια διαβούλευση, έστω και χωρίς απόλυτη βεβαιότητα για την ειλικρίνεια και καθαρότητα των μετώπων. Αλλωστε τα ανθρώπινα δικαιώματα, προεχόντως μάλιστα η θρησκευτική ελευθερία, δεν θα είχαν καν αρχίσει να κατοχυρώνονται αν πρώτα περίμεναν την αποκρυστάλλωση απολύτως ευνοϊκών συνθηκών.

* Ο κ. Μιχάλης Τσαπόγας είναι δρ Νομικής, δικηγόρος.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ