ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Οικιακή ψυχαγωγία

«Το καλοκαίρι του 1816 επισκεφτήκαμε την Ελβετία και γειτονέψαμε με τον Λόρδο Μπάιρον. Τον πρώτο καιρό περνούσαμε ευχάριστες ώρες στη λίμνη ή κάναμε περιπάτους στις όχθες της», γράφει η Μέρι Σέλεϊ το 1831, αναπλάθοντας τις μέρες εκείνες που άλλαξαν τη ζωή της και ταυτόχρονα σημάδεψαν και ένα κομμάτι της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Χρησιμοποιεί πληθυντικό, επειδή πέραν του εαυτού της αναφέρεται και στον σύντροφό της (και μετέπειτα σύζυγό της), τον ποιητή Πέρσι Σέλεϊ. Εκτός από το ζευγάρι και τον Μπάιρον, στην ελβετική βίλα που νοίκιαζε ο ποιητής στη λίμνη Τζενίβα διέμενε και ο συγγραφέας Τζον Πολιντόρι. Όταν ο καιρός χάλασε, οι τέσσερις φίλοι άρχισαν να περνούν τον χρόνο τους εντός της (περίφημης πλέον) βίλας, διαβάζοντας ιστορίες με φαντάσματα – ήταν ο Μπάιρον που είχε την ιδέα, για να
διασκεδάσουν, να γράψουν ο καθένας από μια δική του τρομακτική ιστορία. 

Ο Σέλεϊ δεν έγραψε κάτι γνωστό. Ο Μπάιρον έγραψε ένα μικρό κείμενο, το οποίο αργότερα ενσωμάτωσε σε κάποιο ποίημά του. Ο Πολιντόρι έγραψε αυτό που αργότερα δημοσιεύτηκε ως «Ο βρυκόλακας», ένα κείμενο-θεμέλιο στη λογοτεχνία του είδους. Η Σέλεϊ δυσκολεύτηκε να βρει θέμα, αλλά τελικά είχε κι αυτή μια ιδέα, που σταδιακά εξελίχθηκε σε μυθιστόρημα, και μάλιστα στο πιο εμβληματικό κείμενο τρόμου της εποχής της και ίσως της ιστορίας. Ο «Φρανκενστάιν» εκδόθηκε δύο χρόνια αργότερα. Η Σέλεϊ ήταν τότε 21 ετών. 

Η παραπάνω ιστορία είναι γνωστή, αλλά μάλλον ξεχασμένη, και αποτελεί σήμερα, 200 χρόνια από την έκδοση του μυθιστορήματος, τον πυρήνα μιας βιογραφικής ταινίας της συγγραφέως με τίτλο «Mary Shelley», που θα προβληθεί στις ελληνικές αίθουσες την επόμενη εβδομάδα. Πρωταγωνιστεί η Ελ Φάνινγκ (φωτογραφία αριστερά) και ο Ντάγκλας Μπουθ στον ρόλο του Σέλεϊ (κάτω). 

Το μυθιστόρημα της Σέλεϊ απέκτησε θρυλικές διαστάσεις τις δεκαετίες που ακολούθησαν την κυκλοφορία του, και αργότερα, στον 20ό αιώνα, εξελίχθηκε εν πολλοίς χάρη στον κινηματογράφο (εμβληματική φιγούρα ο Μπόρις Καρλόφ στις ταινίες του Τζέιμς Γουέιλ) σε μια πασίγνωστη, σχεδόν καλτ, ιστορία. Σήμερα ξεχνάμε ότι το έργο αυτό είναι βουτηγμένο στις αρχές του ρομαντικού κινήματος, υπογραμμίζοντας τη γοητεία των μεγάλων ιδεών, τη δύναμη του συναισθήματος και την παντοδυναμία του ατόμου. Ο Βίκτορ Φρανκενστάιν (σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται συχνά, Φρανκενστάιν ήταν το όνομα του επιστήμονα και όχι το όνομα του πλάσματος που δημιούργησε, το οποίο παραμένει στο κείμενο ανώνυμο) επιδίωξε την υπέρβαση των ορίων (του). «Ένα νέο ανθρώπινο είδος θα με υμνούσε σαν δημιουργό και σαν πηγή της ύπαρξής του», λέει. «Πολλές ευτυχισμένες και εξαιρετικές φύσεις θα όφειλαν την ύπαρξή τους σ’ εμένα».    

Πριν η ιστορία εξελιχθεί στη γνωστή (και αναπόφευκτη) σύγκρουση του τέρατος με τον δημιουργό του, η Σέλεϊ αφιερώνει αρκετές σελίδες, σχεδόν το ένα τρίτο του βιβλίου (κυκλοφορεί στα ελληνικά σε πολλές διαφορετικές εκδόσεις), προσπαθώντας να εξηγήσει τι άνθρωπος ήταν ο Βίκτορ Φρανκενστάιν. Πώς έφτασε να επιθυμήσει με τέτοια μανία να εξερευνήσει τα όρια της γνώσης, ώστε να επιχειρήσει τελικά το απίθανο. Στο «εργαστήρι της ανήθικης δημιουργίας του» πέρασε μέρες και νύχτες σε οργιώδη κατάσταση, προσπαθώντας να συνθέσει μέλη, να ενώσει τα κομμάτια μιας ανθρώπινης μορφής και κατόπιν να της δώσει ζωή. Αν μη τι άλλο, η ιδέα του ήταν μεγαλειώδης. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ