ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Η ψευδαίσθηση της «Αγίας» Κυριακής

Στέφανος Ασημακόπουλος

Ήταν μια μουντή Δευτέρα, στα άνετα γραφεία κάποιας άγνωστης σ’ εμένα πολυεθνικής στα βόρεια προάστια της Αθήνας. Δεν ήμουν φοιτητής πια ούτε είχα διοριστεί ακόμα· ανεπίσημα απολάμβανα τους τελευταίους μήνες ξενοιασιάς, επισήμως βοηθούσα τον πατέρα μου στην οικογενειακή μας επιχείρηση (όποτε το θυμόταν και όποτε το θυμόμουν, επίσης). Αυτός ήταν ο λόγος που έπρεπε να σηκωθώ νωρίς, να μη φορέσω απλώς ένα φούτερ, αλλά κάτι πιο «ενήλικο», να στριμωχτώ στο αστικό λεωφορείο σε ώρα αιχμής (αλησμόνητες εποχές πριν από τη λειτουργία του μετρό) και να παραλάβω έναν φάκελο από μια κυρία με διπλό επώνυμο. Ήταν μέσα της δεκαετίας του ’90 και το διπλό επώνυμο (π.χ. Παπαδοπούλου-Στραβελάκη) είχε προλάβει να γίνει συνώνυμο της γυναικείας χειραφέτησης.

Ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, ήμουν στην ώρα μου. Η γραμματέας στην είσοδο του γυάλινου κτιρίου (το είδος των κτιρίων που τότε ήταν πολύ της μόδας) μιλούσε τόσο ψιθυριστά, που έδινα αγώνα να ακούσω τις οδηγίες της. Χάρη στην άφθαρτη νεανική μου ακοή, οδηγήθηκα στο σωστό γραφείο. Αλλά για τον φάκελο έπρεπε να περιμένω. Ήταν σε εκείνο το γραφείο όπου οι δύο γυναίκες που μου ζήτησαν να κάνω υπομονή «δέκα λεπτά» έκαναν έναν πολύ ελληνικό απολογισμό του Σαββατοκύριακου.

– Δύο παιδικά πάρτι, Κυριακή μεσημέρι στα πεθερικά μου στη Βούλα, μην το συζητάς, κόλαση.

– Μην ανησυχείς, έχεις μπροστά σου πέντε μέρες για να ξεκουραστείς...

Και οι δύο ξεκαρδίστηκαν στα γέλια, με κοίταξαν συνωμοτικά, εγώ άργησα λίγο να πιάσω το νόημα, αλλά χαμογέλασα ευγενικά. Δεν το καταλάβαινα ακριβώς έτσι εκείνη τη στιγμή, αλλά αυτή ήταν η πρώτη ξεκάθαρη προειδοποίηση για το με τι μπορούν να μοιάζουν οι Κυριακές της ενηλικίωσης. 

Όχι ότι είχα πολύ διαφορετική άποψη για τις Κυριακές γενικώς. Στην εφηβεία ήταν ξεκάθαρα η χειρότερη μέρα της εβδομάδας. Ο συνδυασμός οικογενειακών δραστηριοτήτων και σχολικών υποχρεώσεων έκανε τη Δευτέρα να μοιάζει με περίπατο στην εξοχή.

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι οι ίδιες οι Κυριακές· είναι ότι κανείς δεν σου λέει την αλήθεια. Μεγαλώνεις με την ψευδαίσθηση της «Αγίας» Κυριακής, δηλαδή μεγαλώνεις με ένα ψέμα. Δεν αναφέρομαι στη θρησκευτική διάσταση της ημέρας. Έτσι κι αλλιώς, αυτή είναι σχεδόν ανύπαρκτη για τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων των πόλεων, εξοβελισμένη στα συλλεκτικά αναγνωστικά των δεκαετιών του ’60 και του ’70. 

Περιμένεις, λοιπόν, να αρχίσεις να εργάζεσαι για να εκτιμήσεις τα Σαββατοκύριακα. Και πραγματικά, εκείνη είναι ίσως η μόνη περίοδος στη ζωή των Ελλήνων (το μεσοδιάστημα ανάμεσα στις «σπουδές» και στον «γάμο») που ο κυριακάτικος μύθος παίρνει πίσω λίγη από τη δόξα του. Η τεράστια παρεξήγηση έχει να κάνει με το «μετά»: αν παντρευτείς κι αν κάνεις παιδιά (ή και τα δύο μαζί), πιστεύεις ότι έχεις τη δύναμη να παρατείνεις εκείνη την αίσθηση ελευθερίας και ανεμελιάς για όσο θέλεις. Μάλλον επειδή είσαι ακόμα νέος ή γιατί είδες πολλή τηλεόραση μικρός, δηλαδή εκτέθηκες υπερβολικά στην ύπουλη σαγήνη των διαφημίσεων. 

Όχι. Οι Κυριακές θα έπρεπε να ήταν μια μακρόσυρτη ωδή στην τεμπελιά και στην αυτοδιάθεση. Να τις περνάμε όπως πραγματικά θέλουμε, ένα «διάλειμμα» αφοσίωσης στον παραμελημένο μας εαυτό. Αλλά δεν ζούμε μόνοι μας. Μεγαλώνουμε (συνήθως) μαζί με άλλους ανθρώπους, για τους οποίους συχνά είμαστε υπεύθυνοι εμείς. Μπορούμε να γκρινιάξουμε ελεύθερα: Τι κρίμα, οι Κυριακές που ονειρευτήκαμε θα «παίζουν» μόνο στο μυαλό μας. Ή στην οθόνη της τηλεόρασης. Ή απλώς δεν υπήρξαν ποτέ. ■

* Ο Στέφανος Ασημακόπουλος είναι καθηγητής μέσης εκπαίδευσης.

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ