Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΕΙ, νοσοκομεία και ανάπτυξη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η πόλη του Πίτσμπεργκ στις βορειοανατολικές ΗΠΑ πέρασε μια τεράστια οικονομική και κοινωνική κρίση, όταν έκλεισαν μαζικά οι βιομηχανίες χάλυβα που υπήρχαν στην περιοχή από τα τέλη του 19ου αιώνα. Μόνο τη διετία 1981-1982 πάνω από 130.000 κάτοικοι την εγκατέλειψαν επειδή δεν υπήρχαν δουλειές. Την ίδια εποχή η πόλη του Χιούστον στο Τέξας πέρασε μια εξίσου μεγάλη κρίση, καθώς ως τότε ήταν σχεδόν αποκλειστικά εξαρτημένη από τη βιομηχανία των πετρελαιοειδών. Και οι δύο πόλεις, όμως, ξεπέρασαν τις κρίσεις και άλλαξαν ραγδαία παραγωγικό μοντέλο, με αποτέλεσμα σήμερα να αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση για τοπικές (αλλά και για εθνικές) οικονομίες από όλο τον κόσμο. Ταυτόχρονα, αν κάποιος επισκεφτεί σήμερα την πόλη του Μαϊάμι θα μάθει ότι η πόλη αυτή έχει κατορθώσει να ξεπεράσει σχεδόν αλώβητη όλες τις εθνικές και παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών και να διαπιστώσει ότι έχει τόσους υπό κατασκευή ουρανοξύστες που θυμίζει πόλη της Κίνας κάπου το 2006.

Πώς τα κατάφεραν αυτές οι πόλεις; Είχαν στρατηγικό σχέδιο για την προσέλκυση επενδύσεων; Πεφωτισμένους πολιτικούς; Καινοτόμες ιδέες και ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις; Μπορεί σε κάποιο (πάντως μικρό) βαθμό να είχαν και κάποια από αυτά. Τον περασμένο μήνα πέρασα μερικές μέρες σε κάθε μία από αυτές, κουβεντιάζοντας με πολιτικούς, μέλη της κοινωνίας των πολιτών, επιχειρηματίες και πολίτες, και διαπίστωσα ότι υπάρχουν κάποιοι άλλοι παράγοντες που μοιάζουν προφανείς και γνωστοί, όμως στην πραγματικότητα σχεδόν πάντα τους παραγνωρίζουμε όταν ασχολούμαστε με τις οικονομικές κρίσεις και τις πιθανές τους λύσεις. Είναι τρεις: Το να έχει μια πόλη ή χώρα εξαιρετικά πανεπιστήμια και νοσοκομεία, το να έχει μεγάλα και δραστήρια φιλανθρωπικά ιδρύματα, και το να έχει μεγάλο ποσοστό μεταναστών στον πληθυσμό της. Δεν είναι και οι τρεις απαραίτητοι για να πάει μπροστά μια χώρα ή μια πόλη. Αλλά φαίνεται πως στην εποχή μας είναι σχεδόν αδύνατο να πάει μπροστά αν δεν έχει κανέναν από τους τρεις. 

Οι τελευταίοι παράγοντες θα αποτελέσουν θέμα επόμενων σημειωμάτων, αλλά εδώ θα συζητήσουμε σήμερα τον πρώτο, που μοιάζει και πιο αυτονόητος.

Ένας παλιός αμερικανός γερουσιαστής είχε πει “αν θες να φτιάξεις μια σπουδαία πόλη, φτιάξε ένα καλό πανεπιστήμιο και περίμενε 200 χρόνια”. Η αξία ενός καλού πανεπιστημίου (ή περισσότερων) είναι προφανής για πολλούς λόγους, μερικοί εκ των οποίων δεν είναι καθόλου οικονομικοί. Οι πόλεις που επισκέφτηκα, όμως, δεν έχουν απλά καλά πανεπιστήμια -έχουν κορυφαία πανεπιστήμια και επιπλέον έχουν και κορυφαία νοσοκομεία όπου γίνεται και πρωτογενής και εφαρμοσμένη έρευνα. Αυτοί οι οργανισμοί σε αυτές τις πόλεις λειτουργούν ως πυρήνες και κοιτίδες παραγωγής και εκπαίδευσης ανθρώπινου δυναμικού υψηλής εξειδίκευσης. Κι αυτό το ανθρώπινο δυναμικό είναι το καύσιμο της ανάπτυξης. Το Πίτσμπεργκ, για παράδειγμα, μια πόλη την οποία ελάχιστοι ξέρουν εκτός ΗΠΑ, έχει το πανεπιστήμιο Carnegie Mellon, με παγκοσμίως πρωτοπόρα τμήματα τεχνητής νοημοσύνης, machine learning και robotics. Γι’ αυτό το λόγο η Uber έχει επιλέξει να τοποθετήσει το παγκόσμιο κέντρο έρευνάς της για τα αυτόνομα αυτοκίνητα, με περίπου 250 ερευνητές και μηχανικούς, σε αυτή την πόλη. Άλλες εταιρείες του ίδιου κλάδου (Aurora, Argo) έχουν επίσης τα γραφεία τους εκεί. H Google επίσης έχει γραφείο με 500 μηχανικούς σε ένα πρώην εργοστάσιο μπισκότων (και έχει βάλει και λεωφορειάκι που πηγαινοέρχεται στο Carnegie Mellon). Ο 40χρονος καθηγητής του πανεπιστημίου Λουίς Φον Αν (αυτός που ανακάλυψε το “reCAPTCHA”, το σύστημα με τα γράμματα που βάζουμε όταν κάνουμε log-in σε διάφορα sites για να καταλάβουν ότι δεν είμαστε bots), έφτιαξε ένα εκπαιδευτικό startup για εκμάθηση ξένων γλωσσών, το περίφημο Duolingo και, φυσικά, έχει τα γραφεία του στο Πίτσμπεργκ.

Δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις αυτές -πάνω από 1600 επιχειρήσεις τεχνολογίας που μόνο το 2017 “σήκωσαν” κεφάλαια χρηματοδότησης άνω των $600 εκ. έχουν τα γραφεία τους εκεί πλέον, και αυτή η τάση δεν είναι καινούρια. Ξεκίνησε σταδιακά τις προηγούμενες δεκαετίες, φυσιολογικά και οργανικά, επειδή οι άνθρωποι που είχαν τις ικανότητες και τις γνώσεις για να δουλέψουν σε τέτοιες επιχειρήσεις ζούσαν, σπούδαζαν και δίδασκαν εκεί.

Τα εξαιρετικά νοσοκομεία που σε συνδέονται με τα πανεπιστήμια και φιλοξενούν και κορυφαία ερευνητικά κέντρα παίζουν αντίστοιχο ρόλο (και αποτελούν το μεγαλύτερο εργοδότη του Πίτσμπεργκ). Στο δε Χιούστον, (που έχει και το Rice και, μιάμιση ώρα μακριά, το Texas A&M), υπάρχει το γιγάντιο Texas Medical Center, το μεγαλύτερο σύμπλεγμα νοσοκομείων του κόσμου, όπου όλες οι μεγάλες πολυεθνικές του κλάδου της υγείας έχουν ερευνητικά κέντρα ή γραφεία και όπου εργάζονται πάνω από 100.000 (στην συντριπτική πλειοψηφία τους ακριβοπληρωμένοι) εργαζόμενοι. Το σύμπλεγμα περιέχει 21 νοσοκομεία (μεταξύ των οποίων το μεγαλύτερο παιδιατρικό και το μεγαλύτερο αντικαρκινικό νοσοκομείο του κόσμου) και εξυπηρετεί πάνω από 8 εκατομμύρια ασθενείς το χρόνο από όλο τον κόσμο.

Βεβαίως, τα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία δεν είναι οι μόνοι πυρήνες παραγωγής υψηλής εξειδίκευσης ανθρώπινου δυναμικού. Η “Silicon Valley” έχει μεν το Stanford, αλλά έχει και τα venture capital funds και όλες τις άλλες μεγάλες επιχειρήσεις που απασχολούν εκατοντάδες χιλιάδες υπαλλήλους. Άλλες πόλεις έχουν κρατικές δομές που κάνουν παρόμοια δουλειά, όπως το Johnson Space Center της NASA στο Χιούστον. Στο Ισραήλ παρόμοιο ρόλο παίζουν ο στρατός και η κρατική χρηματοδότηση. Οι περισσότερες οικονομίες του κόσμου, ωστόσο -και μάλιστα ειδικά αυτές που βρίσκονται σε κρίση- πιθανότατα δεν έχουν τέτοιες υψηλού επιπέδου κρατικές δομές ή μεγάλα venture funds. Όλες όμως έχουν πανεπιστήμια και νοσοκομεία. Ο ρόλος τους στην ανάπτυξη μπορεί να αποδειχτεί κρίσιμος, ίσως και κυρίαρχος, αλλά μόνο αν αυτά είναι εξαιρετικά υψηλής ποιότητας και αν εκπαιδεύουν μεγάλους αριθμούς εργαζομένων, τόσο καταρτισμένους και τόσο πολλούς ώστε μεγάλες επιχειρήσεις από αλλού να θέλουν να έρθουν και να εγκατασταθούν κοντά τους.

Και μετά από όλα αυτά θα ήθελα να στρέψω το ενδιαφέρον σας στη δικιά μας χώρα, όπου τα λίγα αξιόλογα ερευνητικά κέντρα πάσχιζαν να αγοράσουν αναλώσιμα εν μέσω capital controls, όπου θέμα συζήτησης είναι το αν και πόσα περιστέρια μπαίνουν στα δημόσια νοσοκομεία από τα σπασμένα παράθυρα, όπου η κατάληψη βρώμικων και παραμελημένων πανεπιστημιακών χώρων από κακοποιούς, “συλλογικότητες” και εμπόρους ναρκωτικών είναι θέμα συζήτησης, “ναι μεν αλλά” συζητήσεων και αρθρογραφίας, και όπου το όποιο ποιοτικό ανθρώπινο δυναμικό επιβιώνει μέσα σ’ αυτό το αντίξοο περιβάλλον αναγκάζεται να δραπετεύει αλλού.

Κοιτάχτε τι ωραία λιακάδα που έχουμε, Νοέμβρη μήνα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ