ΒΙΒΛΙΟ

Πόλεμος μέχρι θανάτου

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ

Ενας άνδρας και μία γυναίκα, ντυμένοι στα μαύρα, τελούν μέσα στα ερείπια μιας εκκλησίας τον γάμο τους, χωρίς ιερέα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μ​​ια ερειπωμένη ορθόδοξη –μάλλον– εκκλησία. Ο τρούλος με τον Παντοκράτορα έχει πέσει, βλέπεις τον άδειο ουρανό. Δεν υπάρχει πια κυβερνήτης του κόσμου. Στις κατεστραμμένες τοιχογραφίες δύο μάτια αγίου επιμένουν ωστόσο να σε κοιτάνε. Ενας άνδρας και μία γυναίκα, ντυμένοι στα μαύρα, τελούν μέσα στα ερείπια τον γάμο τους, χωρίς ιερέα. Την πρωτοβουλία την έχει η γυναίκα. Μόνο ιερατικό ίχνος ένα αναμμένο κερί. Υπάρχει και μία σειρά λίγων, όπως μπορούμε να σκεφθούμε αρχικά, κουφέτων. Η τελετή συνίσταται στην αμοιβαία δήλωση παντοτινής δέσμευσης, μέχρι θανάτου. Αυτά που φαίνονται για κουφέτα θα τα καταπιούν οι ίδιοι οι νεόνυμφοι, ο άνδρας περισσότερα γιατί είναι πιο βαρύς. Θα βγουν από τον ναό και θα καθίσουν ήρεμοι σε ένα παγκάκι περιμένοντας το τέλος. Η μαυροφορεμένη νύφη προτείνει να μετακινηθούν απέναντι, γιατί από εκεί η θέα είναι καλύτερη. Πηγαίνουν απέναντι. Απέναντι από τη ζωή. Αυτά που έμοιαζαν με κουφέτα ήταν χάπια. Η αυτοκτονία ήταν ο μόνος τρόπος που βρήκε τούτο το ζευγάρι για να μείνει παντοτινά αχώριστο.

Ο άνδρας, πιανίστας και συνθέτης, λέγεται Βίκτορ, το όνομα της γυναίκας Ζούλα, τραγουδίστρια. Είναι οι δύο κεντρικοί ήρωες της τελευταίας ταινίας του Πάβελ Παβλικόφσκι (γενν. 1957) «Ψυχρός πόλεμος» (2018), ασπρόμαυρης και αυτής, αριστουργηματικά σκηνοθετημένης. Ο Βίκτορ, μόλις πρωτοαντικρίζει τη Ζούλα, αιχμαλωτίζεται και ξεκινάει από τη στιγμή εκείνη μια ιστορία σφοδρού ερωτικού πάθους, με αλλεπάλληλους χωρισμούς και προδοσίες εκατέρωθεν. Ενα ζευγάρι που δεν μπορεί να ζήσει μαζί, μα που δεν μπορεί επίσης να ζήσει χώρια ο ένας από τον άλλο. Τους χωρίζουν τα εμπόδια της ιστορίας και της εποχής, αλλά τους χωρίζει κυρίως ο δαίμονας που έχει ο καθένας μέσα του. Αυτός ο σκοτεινός δαίμονας θα τους οδηγήσει στην απόφαση της κοινής αυτοκτονίας, ώστε να μείνουν για πάντα μαζί. Ο Παβλικόφσκι δεν είναι αφελής ούτε ρηχός: δεν θέλει να φορτώσει την αποτυχία της κοινής ζωής των δύο εραστών στο κομμουνιστικό καθεστώς. Η αποτυχία είναι πρώτα από όλα δική τους. Το μόνο που θέλουν είναι να ζουν μαζί και κάνουν διαρκώς ό,τι οδηγεί στο αντίθετο. Οταν, έπειτα από πολλές περιπέτειες, ξανασυναντιούνται στο Παρίσι, θα μπορούσαν επιτέλους να ζήσουν ελεύθεροι μαζί. Και όμως όχι, ύστερα από λίγο καιρό, η Ζούλα θα τον παρατήσει απροειδοποίητα και θα γυρίσει στην Πολωνία. Στους μποέμικους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού ο Βίκτορ έχει ψευτίσει, αλλά εκεί με τον δυτικό τρόπο: κάνει τα πάντα για την καριέρα του, σπρώχνει τη Ζούλα στην αγκαλιά ενός σκηνοθέτη, αφού την έχει βάλει να τραγουδήσει τραγούδια του σε στίχους της παρισινής ερωμένης του. Τίποτε δεν φαίνεται ικανό να συγκρατήσει την πορεία προς την αυτοκαταστροφή αυτών των δύο ανθρώπων που αγαπιούνται με τόσο πάθος. Τελευταίος σταθμός αυτής της θανάσιμης πορείας η επιστροφή του Βίκτορ στην Πολωνία, η σύλληψη, η δεκαπενταετής κάθειρξη και το τσακισμένο χέρι, άρα το τέλος του ως πιανίστα. Η Ζούλα παντρεύεται εκείνο το κομματικό καθίκι, κάνει παιδί μαζί του και εξασφαλίζει να αποφυλακιστεί νωρίτερα ο Βίκτορ. Τραγουδάει γελοία τραγουδάκια, φορώντας μαύρη περούκα, με ένα μεξικανικό συγκρότημα μουσικών με σομπρέρο. Ο απόλυτος εκπεσμός, η πλήρης καλλιτεχνική καταστροφή. Τέλος πριν από το τέλος.

Ο «Ψυχρός πόλεμος» είναι μια ταινία για ένα αυτοκαταστροφικό ερωτικό πάθος. Θέμα πανάρχαιο και πασίγνωστο. Θα μπορούσε να ήταν και βαρετό, αν η ερωτική ιστορία δεν διαδραματιζόταν στην κομμουνιστική Πολωνία, τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, οπότε μοιραία εμπλέκεται στην εξέλιξή της το καθεστώς. Το γεγονός αυτό δίνει τη δυνατότητα στον Παβλικόφσκι να ασκήσει sotto voce μια καταλυτική κριτική στο τυραννικό καθεστώς, όπου το ψέμα γίνεται θεσμός –κανείς δεν πιστεύει όσα λέει– και χρειάζονται ανάλογοι άνθρωποι να το υπηρετήσουν: ατάλαντοι γραφειοκράτες, περιδεείς, κυνικοί, αδίστακτοι. Ο κομματικός υπεύθυνος καλεί τη Ζούλα, μόλις γίνεται δεκτή στο μουσικοχορευτικό συγκρότημα, να του δίνει εβδομαδιαία αναφορά για τον Βίκτορ. Ξέρει από ποιον τη ζητάει: η Ζούλα βρίσκεται έξω από τη φυλακή με αναστολή. Είχε σηκώσει το μαχαίρι να σκοτώσει τον πατέρα της, γιατί, όπως λέει, την μπέρδεψε με τη μάνα της, πήγε δηλαδή να τη βιάσει – είναι επομένως ευάλωτη σε εκβιασμούς. Ο «Ψυχρός πόλεμος» δεν είναι πολιτική ταινία, είναι ερωτική, που χωρίς όμως το πολιτικό στοιχείο θα ήταν κοινότοπο μελόδραμα.

Η πολιτική κριτική διασώζει την ερωτική ιστορία.

Η μουσική κατακλύζει κυριολεκτικά την ταινία, παίζει προφανώς καθοριστικό ρόλο στη ζωή των ηρώων, αφού είναι μουσικοί, αλλά μέσω αυτής ασκείται με φυσικό δραματουργικά τρόπο και η κριτική στο καθεστώς. Τα κομμουνιστικά καθεστώτα στρέφονται προς την αγνή δημώδη μουσική έναντι και εναντίον της παρακμιακής μουσικής του διεφθαρμένου καπιταλισμού (τζαζ, ροκ), την παραμορφώνουν με φιλαρμονικές, μαέστρους, παρτιτούρες, συναυλίες σε μεγάλα θέατρα, και εν συνεχεία τη μετατρέπουν σε προπαγανδιστική τέχνη ύμνησης της αγροτικής μεταρρύθμισης, του Στάλιν, του φωτεινού σοσιαλιστικού μέλλοντος. Μας τα έχει δείξει όλα αυτά ο Κούντερα της γειτονικής Τσεχοσλοβακίας ήδη από το «Αστείο» (1967). Κατά την προετοιμασία μιας τέτοιας συναυλίας, ένας εργάτης ανεβασμένος σε σκάλα απλώνει ένα πανό, πάνω στο οποίο είναι γραμμένο το γελοίο σύνθημα «Καλωσορίζουμε το αύριο». Πέφτει από τη σκάλα και γκρεμοτσακίζεται. Θα καλωσορίσει ο δόλιος το αύριο από κάποιο νοσοκομείο ή νεκροταφείο. Σε μια σκηνή λίγων δευτερολέπτων ο Παβλικόφσκι κατεδαφίζει την κιτς σοσιαλιστική λατρεία του μέλλοντος, εν ονόματι της οποίας θυσιάζονταν εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές του παρόντος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ