ΕΛΛΑΔΑ

Νέα δεδομένα από τον μειωμένο προϋπολογισμό Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ)

ΤΑΝΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Για να αυξηθεί ο προϋπολογισμός της ΚΑΠ πρέπει τα κράτη-μέλη να αποφασίσουν να δώσουν περισσότερα για τη χρηματοδότησή της.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Το 50% των χρημάτων που έρχονται στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ενωση κατευθύνεται σε αυτούς που παράγουν το 4% του εθνικού προϊόντος, δηλαδή στον αγροτικό τομέα». Με τη φράση αυτή ο κ. Τάσος Χανιώτης, διευθυντής στη Διεύθυνση Στρατηγικής και Πολιτικής, της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανέδειξε πόσο σημαντική είναι η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρωπαϊκή Ενωση ως μια πολιτική που εφαρμόζεται και επιδοτείται αδρά εδώ και δεκαετίες. Τόνισε ότι το θέμα δεν είναι μόνο το ύψος των ενισχύσεων, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο δίνονται και η στόχευση που εξυπηρετούν.

Η μείωση του προϋπολογισμού της επόμενης ΚΑΠ 2021-2027, η διαμόρφωση της οποίας βρίσκεται στο επίπεδο των διαβουλεύσεων επί της πρότασης της Επιτροπής, θεωρείται για μία ακόμα φορά δεδομένη. Ο κ. Χανιώτης στην ομιλία του, χθες, στο Agribusiness forum – «Tο μέλλον του ελληνικού και ευρωπαϊκού αγροτοδιατροφικού τομέα» που πραγματοποιείται αυτές τις ημέρες στις Σέρρες, απάντησε στις κατηγορίες των εκπροσώπων των παραγωγών, τους κάλεσε να απευθυνθούν στους υπουργούς Οικονομικών των κρατών-μελών, εφόσον για να αυξηθεί ο προϋπολογισμός της ΚΑΠ πρέπει τα κράτη-μέλη να αποφασίσουν να δώσουν περισσότερα για τη χρηματοδότησή της. «Είναι σαφές ότι για την Ελλάδα θα υπάρξει μείωση των ενισχύσεων, εφόσον άνοδος θα υπάρξει μόνο για τα κράτη-μέλη των οποίων ο μέσος όρος των ενισχύσεων ανά στρέμμα βρίσκεται κάτω από τον κοινοτικό μέσον όρο», ανέφερε χαρακτηριστικά όσον αφορά την προωθούμενη σύγκλιση των ενισχύσεων ανά στρέμμα που λαμβάνουν τα παλαιά και τα νέα μέλη. Οπως υπενθύμισε, μιλώντας στο ίδιο συνέδριο, ο κ. Χαράλαμπος Κασίμης, γενικός γραμματέας Αγροτικής Πολιτικής και Διαχείρισης Κοινοτικών Πόρων του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, η Ελλάδα έχει υποστηρίξει το σενάριο της μη σύγκλισης το οποίο ωστόσο δεν έχει πιθανότητες να υιοθετηθεί.

«Και αν καταργούσαμε τις επιδοτήσεις»; Το εμπρηστικό ερώτημα είχε θέσει στην ομιλία της λίγη ώρα νωρίτερα η κ. Τζέση Βουμβάκη αναπληρώτρια διευθύντρια της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Η κ. Βουμβάκη, όπως διευκρίνισε, ασφαλώς δεν υποστηρίζει την κατάργηση των ενισχύσεων αλλά τη σωστή «χρήση» τους και αξιοποίησή τους. «Ο σκοπός των επιδοτήσεων δεν είναι να υποκαθιστούν την αγορά, αλλά να ανοίγουν δρόμο για την αγορά», τόνισε. Οπως φαίνεται, όμως, στην Ελλάδα δεν λειτούργησαν καθόλου με αυτόν τον τρόπο, εφόσον η χώρα συνεχίζει να έχει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες που επηρεάζουν καθοριστικά την ανταγωνιστικότητά της. Σύμφωνα με όσα σημείωσε η κ. Βουμβάκη, υπάρχουν τέσσερις βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής αγροτικής οικονομίας και μειώνουν την παραγωγικότητα της ελληνικής γης: Η Ελλάδα υπολείπεται, πρώτον, όσον αφορά το μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων που είναι πολύ μικρές, δεύτερον, στον τομέα της έρευνας τεχνολογίας και καινοτομίας, τρίτον στους συνεταιρισμούς οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στις πωλήσεις και τέταρτον στην παραγωγή επώνυμων συσκευασμένων προϊόντων. Την ίδια στιγμή, στην αγορά του αγροτοδιατροφικού τομέα εμφανίζονται με εξαιρετικές επιδόσεις παίκτες που τυπικά δεν διαθέτουν τα αναγκαία «προσόντα» όπως π.χ. το Ισραήλ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ