Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Γιατί μας συγκινεί ο Παρθενών;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σ​​ήμερα θα μου επιτρέψετε να περιαυτολογήσω. Μην ανησυχείτε, δεν θα σας μιλήσω για την οικογένειά μου και τους φίλους μου. Θα σας μιλήσω για τη δουλειά μου, αυτήν που παρακολουθείτε, όσοι την παρακολουθείτε από την «Κ», ελπίζοντας ότι έτσι θα διαλευκάνω ορισμένες από τις εμμονές μου. Εμμονές που μου έχουν προσφέρει πολλούς φίλους και μου έχουν στοιχίσει πολλούς εχθρούς. Οσοι διατυπώνουν δημόσιο λόγο και έχουν μόνον φίλους είναι ύποπτοι. Η απάθεια των στωικών είναι για τους αυτοκράτορες. Δεν είναι για τους σχολιαστές. Εξίσου ύποπτοι είναι και όσοι προκαλούν μόνον την εχθρική διάθεση. Η εμπάθεια δεν παράγει σκέψη. Το ισοζύγιο μετράει.

Εννοώ την εμμονή μου με την κλασική αρχαιότητα, την εμμονή μου με τη γλώσσα μας, την εμμονή μου με τον δυτικό πολιτισμό. Αν και δεν είμαι ούτε κλασικός φιλόλογος, ούτε γλωσσολόγος, ούτε ιστορικός. Μου αρέσει η ανάγνωση ιστορικών κειμένων, μπορώ να διαβάζω αρχαία ελληνικά στο πρωτότυπο, αλλά αυτό δεν με κάνει «ειδικό». Με κάνει όμως αναγνώστη. Και πριν απ’ όλα είμαι αναγνώστης μυθιστορημάτων. Ετσι έμαθα να αγαπώ το διάβασμα και η σκέψη των μεγάλων μυθιστοριογράφων με βοήθησε να ξεπεράσω τις αγκυλώσεις της νεότητάς μου, κυρίως τον δογματισμό της μαρξιστικής σκέψης που ήταν το sine qua non του καιρού εκείνου.

Ο Κούντερα λέει ότι το μυθιστόρημα είναι το κατεξοχήν πολιτισμικό προϊόν της Ευρώπης, και έχει δίκιο. Μέσα από τους μεγάλους μυθιστοριογράφους μπόρεσα να εκτιμήσω το μεγαλείο αυτού του πολιτισμού και την υπεροχή του. Και κάπως έτσι άρχισα κι εγώ να δοκιμάζω τις δυνάμεις μου. Εννοείται στα ελληνικά. Γράφοντας κατάλαβα τη δυναμική τους, το βάθος πεδίου που σου προσφέρουν, και τον εκφραστικό πλούτο των επιπέδων, από την καθαρεύουσα ώς την καθομιλουμένη και την κοινή δημοτική. Το ενδιαφέρον μου για την κλασική αρχαιότητα ήταν η φυσική συνέπεια των δύο προηγουμένων: ο απώτατος ορίζοντας της γλώσσας μου, είναι συγχρόνως και ένα μεγάλο κεφάλαιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, άρα ένα πρώτης τάξεως υλικό για τον μυθιστοριογράφο. Ο ρόλος μου είναι να δημιουργήσω μια αφήγηση που θα εκφράσει και το αίσθημα που μου προκαλεί η ανάγνωση του Αισχύλου, την αγάπη μου για την ανάγνωση της Ιστορίας, από τον Ηρόδοτο ώς τον Μισελέ και τον Παπαρρηγόπουλο, και το δέος που μου προκαλούν οι καθεδρικοί ναοί του μυθιστορήματος, από τον Ουγκώ ώς τον Ντοστογιέφσκι, τον Κόνραντ και τον Γκορ Βιντάλ. Συντηρητικός θα μου πείτε. Τι να κάνουμε έχουν και οι συντηρητικοί τα δικαιώματά τους.

Χωρίς να ξεχνώ ότι ζω στον 21ο αιώνα. Τι αισθάνεται ένας Αθηναίος που περπατάει στην οδό Πατησίων λίγο πριν νυχτώσει και σηκώνοντας τα μάτια του αντικρίζει την κιονοστοιχία του Παρθενώνα; Εχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες για το εμβληματικό κτίριο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αρχαιολόγοι, αρχιτέκτονες, έχουν καταγράψει και την παραμικρή πετρούλα του – λέγεται ότι ο Μανόλης Κορρές περπατώντας στα Αναφιώτικα μπορεί να αναγνωρίσει ποια πέτρα ανήκει σε ποιο στοιχείο του κτίσματος. Ομως τι είναι αυτό που τραβάει το βλέμμα μου στην κορυφή του Βράχου; Είναι η αρμονία της κιονοστοιχίας; Είναι η μορφή που, αν και καταπονημένη, τραυματισμένη, διατηρεί τη σταθερότητά της στη ρευστότητα του δύσμορφου περιβάλλοντος; Πέρασα χρόνια διαβάζοντας. Είχα τον πειρασμό να γράψω κάτι σαν την Ιερουσαλήμ του Μοντεφιόρι, ή τον Δούναβη του Κλαούντιο Μάγκρις. Τελικά ο μυθιστοριογράφος κέρδισε και έτσι κατέληξα στο «Μυθιστόρημα του Παρθενώνα», μια τριλογία της οποίας ο πρώτος τόμος με τον τίτλο «Σελάνα» κυκλοφορεί εντός των ημερών από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Τι πέτυχα, αν πέτυχα κάτι, θα το κρίνουν οι αναγνώστες. Και δεν θα πω «σημασία έχει η προσπάθεια» γιατί ο αναγνώστης, και με το δίκιο του, δεν ενδιαφέρεται για την προσπάθεια, ενδιαφέρεται γι’ αυτό που διαβάζει. Σημασία έχει ότι μ’ αυτό το βιβλίο νομίζω ότι κατάφερα να λύσω πολλούς από τους κόμπους των εμμονών μου.

Με την περιήγηση στην καθημερινότητα του 5ου αιώνα, μέσα από την μυθιστορηματική βιογραφία του Ικτίνου, του αρχιτέκτονα, προσπάθησα να αποδώσω και την αγάπη μου για την Ιστορία, και τον θαυμασμό μου, όχι ανεπιφύλακτο, στην αρχαιότητά μας, και να εντοπίσω το κύτταρο της προσωπικής δημιουργίας που χάραξε την πορεία του πολιτισμού μας.

Τα πράγματα είναι απλούστερα θα μου πείτε. Συμφωνώ. Ομως, όλ’ αυτά μαζί μου δίνουν απάντηση στο ερώτημα που δεν είναι απλό: «Γιατί με συγκινεί ο Παρθενών σήμερα»;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ