ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Προς «χρυσή τομή» Κράτος - Εκκλησία

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΛΑΚΑΣΑΣ

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος φαίνεται ότι έχουν καταλήξει σε μια συμφωνία ενόψει των κινήσεων με επίκεντρο τη συνταγματική αναθεώρηση.

Πώς νοείται οι ρόλοι Εκκλησίας - Κράτους να είναι διακριτοί όταν η Πολιτεία θα συνεχίσει να καταβάλλει τη μισθοδοσία των 9.000 κληρικών της χώρας; Το ρητορικό ερώτημα υποδεικνύει τη συμφωνία στην οποία έχουν καταλήξει ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ενόψει των κινήσεων με επίκεντρο την πρόταση για συνταγματική αναθεώρηση. Μία σύγκλιση που, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», έχει δύο δεσμευτικούς άξονες για τις δύο πλευρές. Για την Πολιτεία, να μην αλλάξει το δημοσιονομικό status quo των ιερέων και η συνταγματική αναθεώρηση επ’ αυτού του θέματος να είναι «ήπια». Για την Εκκλησία, να έχει έναν διακριτό ρόλο στο ζήτημα των διαπραγματεύσεων για το όνομα της ΠΓΔΜ αλλά και στις αριστερές «κορώνες» του ΣΥΡΙΖΑ για τη συνταγματική αναθεώρηση. Κορώνες που απευθύνονται πρωτίστως στο αριστερόστροφο ακροατήριο του κυβερνώντος κόμματος, την ίδια στιγμή που αυτό επιχειρεί μία μετατόπιση προς τον κεντρώο χώρο.

Ειδικότερα, οι περίπου 9.000 κληρικοί της Εκκλησίας της Ελλάδος θα συνεχίσουν να μισθοδοτούνται μηνιαίως από τον κρατικό προϋπολογισμό· το κονδύλι είναι περί τα 200 εκατ. ετησίως. Αυτό αποτελεί το ένα σκέλος της συνεννόησης του κ. Ιερωνύμου με τον κ. Τσίπρα, ο οποίος εύλογα μετράει τις αποφάσεις του και με την προοπτική των επόμενων εθνικών εκλογών.

Επίσης, η κυβέρνηση δηλώνει ότι είναι έτοιμη να συμβάλει στην αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και κυρίως εκείνων των ιδιοκτησιών της (π.χ. έκταση στα νότια προάστια) που έχουν δικαστικές εμπλοκές.

Η κυβέρνηση φέρεται να έχει ζητήσει από την Εκκλησία οι αντιδράσεις της να κινηθούν σε χαμηλούς τόνους σε ζητήματα όπως το Σκοπιανό και τη συμφωνία των Πρεσπών. Και η Εκκλησία έχει συμφωνήσει στο αίτημα αυτό, εάν κρίνουμε και από την έως τώρα στάση της. Τι συνέβη στην πράξη συμπυκνώνεται ως εξής: Οι μητροπολίτες της Βορείου Ελλάδος αντέδρασαν στην προοπτική η λέξη «Μακεδονία» να περιλαμβάνεται στην ονομασία της ΠΓΔΜ, η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει διακηρύξει ότι δεν θα δεχθεί τον όρο, είναι δεδομένο ότι δεν θα αναγνωρισθεί μία νέα Εκκλησία στην ΠΓΔΜ που θα φέρει τη λέξη «Μακεδονία» στο όνομά της – έστω κι αν αυτό ανήκει στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η Ελλαδική Εκκλησία δεν θα την αναγνωρίσει, αλλά...

«Δική σας ευθύνη»

Αλλά δεν υψώθηκαν τόνοι κατά της συμφωνίας των Πρεσπών, με τους μητροπολίτες να διαμηνύουν στους πιστούς ότι «η Εκκλησία τηρεί απαρέγκλιτη στάση στο θέμα, είναι δική σας η ευθύνη να κρίνετε και να αξιολογήσετε τη στάση κάθε κόμματος στο θέμα», όπως ανέφερε στην «Κ» κυβερνητικό στέλεχος. Η στάση αυτή της Εκκλησίας επιτρέπει στον ΣΥΡΙΖΑ να ελιχθεί πολιτικά και να φωτίσει άλλες, πιο φιλολαϊκές αποφάσεις του (π.χ. τυχόν δημοσιονομικές παροχές) για να «κερδίσει» το εκλογικό σώμα.

Ως προς την πρόταση της κυβέρνησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος εμμένει στην πάγια θέση της ότι το υπάρχον καθεστώς στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας είναι λειτουργικό και δεν χρειάζεται αλλαγές. Ο κ. Τσίπρας μίλησε για θρησκευτική ουδετερότητα του ελληνικού κράτους με ό,τι αυτό συνεπάγεται κανονιστικά και πρακτικά. «Και αυτή η ρητή κατοχύρωση είμαι βέβαιος ότι θα βρει σύμφωνη την Εκκλησία που και εκείνη θέλει ένα σαφές περίγραμμα των σχέσεών της με το Κράτος. Εχει έρθει λοιπόν ο καιρός ώστε να κατοχυρωθεί ρητά στο Σύνταγμα η θρησκευτική ουδετερότητα του ελληνικού κράτους με ό,τι αυτό συνεπάγεται κανονιστικά και πρακτικά», τόνισε ο πρωθυπουργός.

Το θέμα θα συζητηθεί και στην τριήμερη συνεδρίαση της ΔΙΣ που ξεκινάει αύριο. Ωστόσο, εκκλησιαστικές πηγές ανέφεραν ότι η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ περί εκκλησιαστικής ουδετερότητας θα μπορούσε κάλλιστα να υλοποιηθεί μόνο με αλλαγή νόμων.

«Οι αλλαγές προϋποθέτουν διάλογο με σεβασμό και ειλικρίνεια, καλή θέληση και μακρόχρονη κοινή εργασία», δήλωσε ο κ. Τσίπρας, και η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνει τη σχεδόν εξάμηνη κοινή εργασία που ήδη έχει προϋπάρξει σε ένα κλίμα καθαρών θέσεων για το τι προσφέρουν και τι παίρνουν τα δύο μέρη.

Η εκκλησιαστική περιουσία

Η συμφωνία της Εκκλησίας με την Πολιτεία για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας έχει αποτυπωθεί ήδη από το 2013, με την ψήφιση του νομικού πλαισίου (νόμος 4146/2013) για ίδρυση εταιρείας που θα διαχειριστεί το εγχείρημα. Ωστόσο η προσπάθεια «πάγωσε» το 2015. Στην εταιρεία προβλέπεται να μετέχουν με 50% η Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών και 50% το Δημόσιο, για τη διαχείριση των ακινήτων της Αρχιεπισκοπής, τα οποία θα παραχωρηθούν από την Εκκλησία προς εκμετάλλευση με το μοντέλο της μακροχρόνιας μίσθωσης. Επίσης, απαιτείται επίλυση των δικαστικών εμπλοκών που «βαρύνουν» κάποια εκκλησιαστικά ακίνητα. Μεταξύ των «φιλέτων» περιλαμβάνονται τα 1.200 στρέμματα από τη λίμνη της Βουλιαγμένης έως τη Βάρκιζα, και άλλα 83 στρέμματα στη Βουλιαγμένη. Ηδη, η Αρχιεπισκοπή Αθηνών έχει προχωρήσει στην καταγραφή της περιουσίας της, ενώ έχει ξεκινήσει και η καταγραφή των ακινήτων των άλλων 82 μητροπόλεων στη χώρα. Το θέμα έχει πολιτική χροιά, καθώς ζητούμενο είναι να καμφθούν οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών-συμφερόντων. Η περιπέτεια της αξιοποίησης του Ελληνικού, με τα συνεχή προσκόμματα από διάφορες πλευρές, δίνει ένα μέτρο για τα εμπόδια που μπορεί να ανακύψουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ